Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020
Υπέροχη ιδέα!
Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020
«Ο ζωγράφος του φθινοπώρου»
Καθώς η φθινοπωρινή περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει, μπορούμε να απολαύσουμε πίνακες του Jasper Cropsey, που συχνά τον αποκαλούν και ως «Ο ζωγράφος του φθινοπώρου» λόγω των απίθανων πολύχρωμων φθινοπωρινών τοπίων του.
Jasper Francis Cropsey (1823-1900) γεννήθηκε στο Στάτεν Άιλαντ της Νέας Υόρκης και ήταν ζωγράφος του καλλιτεχνικού κινήματος του Hudson River School. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του εργάστηκε ως αρχιτέκτονας, ενώ παράλληλα ασχολούταν και με τη ζωγραφική, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Στη συνέχεια της ζωής του αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά μόνο με τη ζωγραφική.
Αυτή ήταν η δεκαετία του 1840, όταν η ζωγραφική τοπίου του καλλιτεχνικού κινήματος Hudson River School βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς της. Σύντομα έγινε εξαιρετικά δημοφιλής μαζί με άλλους μεγάλους Αμερικανούς ζωγράφους, όπως ο Thomas Cole και ο Frederick Edwin Church. Ο Cropsey θα γνωρίσει επίσης και την παρακμή του κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Τότε, ο ζωγράφος θα επιστρέψει ξανά στην αρχιτεκτονική.
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020
Οι αναμνήσεις μας σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Ο γιος ρώτησε τον πατέρα του:
'' Πώς ζούσατε πριν χωρίς πρόσβαση στην τεχνολογία:
χωρίς ίντερνετ
χωρίς υπολογιστές
χωρίς τηλεόραση
χωρίς κλιματισμό
χωρίς κινητά τηλέφωνα; '' Η πιο όμορφη
Ο πατέρας απάντησε:
'' Ακριβώς όπως ζει η γενιά σου σήμερα:
χωρίς προσευχή
χωρίς συμπόνια
χωρίς τιμή
ασεβής
χωρίς ντροπή
χωρίς σεμνότητα
χωρίς να διαβάζω βιβλία.....
Εμείς οι άνθρωποι που γεννήθηκαν μεταξύ 1939 και 1985,
είμαστε ευλογημένοι.
Οι ζωές μας είναι ζωντανή απόδειξη αυτού:
παίζοντας και καβαλώντας ποδήλατα, ποτέ δεν φορέσαμε κράνη.
Δεν φοβόμασταν να πάμε μόνοι στο σχολείο από την πρώτη μέρα.
Μετά το σχολείο διασκεδάσαμε μέχρι τη δύση του ηλιοβασιλέματος.
Δεν βλέπαμε τηλεόραση ούτε μισή μέρα.
Παίξαμε με πραγματικούς φίλους όχι με φίλους
από το Διαδίκτυο.
Αν διψούσαμε ποτέ, πίναμε νερό βρύσης,
όχι από το μπουκάλι.
Δεν αρρωστήσαμε συχνά, αν και μοιραστήκαμε το ίδιο ποτήρι χυμό με τέσσερις φίλους.
Ποτέ δεν πήραμε κιλά, αν και τρώγαμε πολύ ψωμί κάθε μέρα
και πατάτες.
Έχουμε συνηθίσει να φτιάχνουμε τα παιχνίδια μας
και παίζοντας μαζί τους.
Μοιραστήκαμε τα παιχνίδια μας, τα βιβλία μας.
Οι γονείς μας δεν ήταν πλούσιοι Μας έδωσαν την αγάπη τους, μας έμαθαν να εκτιμούμε την πνευματικότητα, μας έδωσαν την έννοια των αληθινών ανθρώπινων αξιών - ειλικρίνεια, πίστη, σεβασμό, σκληρή δουλειά.
Ποτέ δεν είχαμε:
κινητά τηλέφωνα
DVD, PlayStation
Xbox βιντεοπαιχνίδια
laptops, internet chat.
'' Αλλά είχαμε πραγματικούς φίλους!"
Επισκέπτοντας το σπίτι ενός φίλου απρόσκλητοι, μας φιλοξένησε απλό και σεμνό φαγητό.
Οι αναμνήσεις μας ήταν σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες,
αλλά ήταν φωτεινά και πολύχρωμα, απολαύσαμε να περνάμε οικογενειακά άλμπουμ και με σεβασμό αποθηκεύουμε πορτρέτα των προγόνων μας.
Δεν πετάμε βιβλία στα σκουπίδια, σταθήκαμε στην ουρά για αυτά.
Δεν δώσαμε τη ζωή μας στο κοινό και μιλήσαμε για τη ζωή των άλλων με απόλαυση, όπως εσύ - δείχνοντας τη ζωή σου στο Instagram, συζητώντας δημόσια τα οικογενειακά σου μυστικά στα ΜΜΕ.
Είμαστε η μοναδική και πιο κατανοητή γενιά,
γιατί είμαστε η τελευταία γενιά που ακούει τους γονείς της
και η πρώτη γενιά που ακούει τα παιδιά της.
Είμαστε περιορισμένη έκδοση.
Μάθετε από εμάς!
Σάββατο 27 Ιουνίου 2020
Ο άνδρας και η γυναίκα.
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020
Το γόνατο.
Μερικοί δρόμοι δεν είναι της Συγνώμης. Είναι του Μίσους. Με λένε... Όχι δεν θα πω. Γιατί να πω; Ούτε εκείνον ήξερε κανείς πως τον λένε πριν γονατίσει.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως ανήκουμε στους τυχερούς ανθρώπους της κατηγορίας μας. Στο Κάνσας από το παράθυρο του εσωτερικού κρεοπωλείου του μπαμπά κοίταζα τον δρόμο. Εμπορικός και με κόσμο. Ήμουν δεν ήμουν δεκαεπτά κι ο μπαμπάς ένα βράδυ είπε: "Όποιος δεν παίρνει τα γράμματα πρέπει να πάρει την ζωή από τα μαλλιά". Δεν διέκρινε ανάμεσα σε γιους και κόρες. Με έχωσε στην δουλειά. Έκοβα τα σφαχτά με τον μπαλτά. Το έμαθα και πρόκοψα. Με μεθούσε καμιά φορά το αίμα. Στο πρώτο αγόρι που γνώρισα το είπα. "Σφάζω". Με σήκωσε στα μακριά του χέρια και με πέταξε στο κρεβάτι. "Εγώ να δεις πως σφάζω" μου φώναξε. Κανείς δεν φανταζόταν πως ένα ισχνό, μαύρο κορίτσι θα μπορούσε να είναι ένα χαρισματικό χασαπάκι.
Μπορεί να γεννήθηκα στην Αμερική αλλά νοιώθω αφρικανή. Αυτό το είπα στον άλλο μου φίλο, ένα πανύψηλο γεροδεμένο άντρα που ήθελε να με πάρει μαζί του στην Μινεάπολις. Είχε έρθει στο κρεοπωλείο πελάτης και με είδε με τον μπαλτά. "Την παντρεύετε;" ρώτησε τον μπαμπά. "Είναι επικίνδυνη" απάντησε εκείνος, "μην την βλέπεις έτσι λιανή...". Δεν τον πίστεψε. Τον λέγανε Τζωρτζ και βγήκαμε έντεκα φορές. Τις μετρούσα γιατί τον ερωτεύτηκα. Αλλά η ζωή τα φέρνει αλλιώς. Πριν είκοσι τόσα χρόνια έριξα μαύρη πέτρα στην νόθα πατρίδα και πέταξα για το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Εκεί που γεννήθηκε ο μπαμπάς πριν μεταναστεύσει. Με παντρεύτηκε τελικά ένας καλοκάγαθος τύπος που δεν αγάπησα ποτέ, αλλά έκανα μαζί του 8 παιδιά και την μικρή μου κόρη. Έφυγα για να ζήσω στον Ινδικό. Από το παράθυρο του κρεοπωλείου που έστησα με τον Μάρκους στο Πλάττεμπεργκ βλέπω τον ωκεανό. Εγώ σφάζω, ο Μάρκους τα πουλάει. Και ζούμε.
Ούτε νοστάλγησα, ούτε επιθύμησα, ούτε περίμενα κάτι μετά τον Τζωρτζ. Ήξερα όταν τον άφηνα πως θα δεθώ με μια κανονικότητα. Μαζί του θα ήτανε δύσκολο να είμαι ο εαυτός μου. Δύο πράγματα με κράτησαν. Η Αφρική και ο Θεός. Πήγαινα κάθε Κυριακή στην Εκκλησία και ξέπλενα μπροστά Του το αίμα των κρεάτων. Με κοιτούσε από τον ουρανό. Κι εγώ από το Παράθυρο του Ναού που έβαζε μέσα το πολύχρωμο φως Του. Αυτό το ένοιωθα σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου πράξη. Και το ότι πατούσα στα προγονικά μου σε Αυτόν το όφειλα. Τα παιδιά τα μεγάλωσα με την βεβαιότητα πως ο Θεός θα είναι ο καλύτερός τους φίλος. Την μικρή μου κόρη την πάντρεψα 15 χρονών τα Χριστούγεννα. Έφυγε με τον χοντρό της άντρα για την Μινεάπολις. Εκεί που θα ζούσα κι εγώ με τον Τζωρτζ. Της είπα να πάει να τον βρει. Πήγε.
- Μαμά σε θυμάται, μου είπε 24 Μαΐου στο τηλέφωνο, και σ’ αγαπάει ακόμη…
- Το ξέρω, της απάντησα, κι εγώ πες του.
Μου ‘πε πως είχε κάνει φυλακή, γάμο, παιδιά, διαζύγιο, πως είχε μείνει παιδί, πως, πως, πως…
Την άλλη μέρα με πήρε κι έτρεμε, την άκουγα να τρέμει. Άνοιξε τηλεόραση, μου είπε, ο Τζωρτζ πεθαίνει.
Το βιντεάκι σε λίγες μέρες είχε κάνει τον γύρο του κόσμου. Τέσσερεις λευκοί αστυνομικοί ακινητοποίησαν μέρα - μεσημέρι σε κεντρικό δρόμο της πόλης έγχρωμο άντρα κι ο πιο θυμωμένος από τους τέσσερεις τον στραγγάλισε. Με το γόνατό του. Ο φόνος βιντεοσκοπήθηκε από ένα κορίτσι που περνούσε από εκεί. Και μετά απαγγέλθηκαν κατηγορίες, ξέσπασαν κινητοποιήσεις παντού στον κόσμο, όπου υπάρχουν κοινότητες έγχρωμων όπως εγώ, που λούζονται πότε - πότε από το πολύχρωμο φως των ναών και των θεών που πιστεύουν. Ήταν ο Τζωρτζ. Που την προηγούμενη μέρα είχε μάθει για μένα κι εγώ γι αυτόν. Ξανά.
Την τέχνη μου την ξέρω καλά. Ερχόταν κάθε Σάββατο, να πάρει κρέας για την οικογένειά του. Ήσυχος άνθρωπος με τρία παιδιά. Και δεν μισούσε τους μαύρους. Λευκός. Κι αστυνομικός. Τα Σάββατα δεν δούλευε κι έκανε τζόκινγκ με φόρμα. Μετά ψώνιζε και γύριζε σπίτι με βήμα γοργό. Ερχόταν δέκα λεπτά πριν το κλείσιμο. Δεν μου ήταν δύσκολο. Τράβηξα τις κουρτίνες στο μαγαζί να μην φαίνεται ο ωκεανός. Κι ούτε ο ουρανός με τα χρώματά του να μπαίνει μέσα.
- Να σας δείξω το κιλότο, του είπα. Είναι φρεσκότατο.
Τον οδήγησα στα ψυγεία. Εκεί είναι σκοτεινά. Του έφερα μια με τον μπαλτά στην μέση του κρανίου. Δεν πρόλαβε τίποτα. Αίμα γέμισε ο τόπος παντού. Έτρεξα γρήγορα κι έβαλα έξω από την πόρτα "ΚΛΕΙΣΤΟΝ". Τέσσερεις ώρες μου πήρε να τον τεμαχίσω. Τον έβαλα στο πίσω ψυγείο. Γύρισα σπίτι πτώμα. Ο Μάρκους με ρώτησε: "Πονάς ακόμα;" Τον κοίταξα μέσα στα μάτια. "Αύριο, το πρωί" του είπα, "θέλω να με συνοδέψεις μέχρι την Εκκλησία".
Την Δευτέρα ο ανυποψίαστος Μάρκους τον πούλησε όλον σε μια εταιρεία που έρχεται να προμηθευτεί απομεινάρια ζώων για να ταΐζει άλλα ζώα σε ένα πάρκο με πούμα και λεοπαρδάλεις. Πληρώθηκε καλά.
- Πότε αγόρασες τόσο πολύ και χρήσιμο κρέας, με ρώτησε ο Μάρκους, μετρώντας τα λεφτά.
- Το Σάββατο, το απόγευμα, του είπα. Γι' αυτό άργησα να γυρίσω.
Ξαφνικά το μάτι του έπεσε πάνω σε ένα κόκκαλο.
- Αυτό; μου είπε, γιατί δεν το δώσαμε;
- Είναι το γόνατο, του απάντησα, κι ούτε να το βράσεις δεν αξίζει.
Πήγα και τράβηξα τις κουρτίνες που είχα ξεχάσει από το Σάββατο κλειστές. Ο ωκεανός είχε ένα γκρι μπλε χρώμα, σαν να είχε καθίσει από πάνω του ένα βαρύ σύννεφο. Παράξενο. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Και φυσούσε. Μανιασμένα φυσούσε.
Μερικοί δρόμοι δεν είναι της Συγνώμης. Είναι του Μίσους.
Ας με συγχωρέσει ο Θεός.
στην μνήμη του George Floyd
Κυριακή 24 Μαΐου 2020
Έλλη Αλεξίου: Θα μπορούσα να ερωτευτώ και στα 90 μου
—Ο έρωτας αλλάζει τον άνθρωπο;
—Ο έρωτας είναι ένα από τα ωραιότερα αισθήματα του ανθρώπου. Όταν γνωρίσω ένα νέο και μου πει ότι δεν ερωτεύτηκε νιώθω οίκτο γι’ αυτόν. Γιατί δεν έχει νιώσει το πιο ωραίο αίσθημα του ανθρώπου. Μας γεμίζει, μας απασχολεί όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας. Θέλουμε να γίνουμε καλύτεροι για το χατίρι του, θέλουμε να γίνουμε σημαντικότεροι για το χατίρι του, θέλουμε ν’ αρέσουμε και για ν’ αρέσουμε πρέπει να είμαστε διαρκώς στο δρόμο της βελτίωσής μας.
Δεν είναι απλώς ένα γέμισμα ζωής, αλλά είναι και μια μέθοδος ζωής, είναι πορεία ζωής, είναι είδος κινητήριας δύναμης.
Όπως έχουμε τις δυνάμεις της κίνησης -κινείται, λέμε, με τον ατμό, κινείται με τον αέρα, κινείται με τον ηλεκτρισμό, με το μαγνητισμό. Ο αισθηματίας άνθρωπος κινείται με τον έρωτα. Ζει, υπάρχει με τον έρωτα. Και είναι ένα αίσθημα, ευτυχώς, που δεν εξαντλείται και ούτε καν έχει ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι όσο ωριμάζεις τόσο καλύτερα τον καταλαβαίνεις τον έρωτα. Ο έρωτας του ανώριμου ανθρώπου δεν είναι τίποτα. Είναι κι αυτός ανώριμος, τίποτα απολύτως. Δεν είναι ουσία της ζωής του, είναι ψιμύθιο της ζωής του.
(…) Όταν βλέπω ανθρώπους που είναι απογοητευμένοι απ’ τον έρωτα, προσπαθώ να τους πείσω ότι είναι ευτυχείς, ότι αυτόν τον πλούτο που νιώθουνε, δε θα τον ξανανιώσουνε. Δεν έχει σημασία αν πάσχουνε. Είναι σαν τον καλλιτέχνη. Όταν κάνει ένα καταπληκτικό έργο τέχνης και βρίσκεται κάτω από την επήρεια της συγκίνησης της μεγάλης τέχνης είναι δυστυχής; Ο ίδιος δεν καταλαβαίνει βέβαια τι είναι, δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει.
Αλλ’ αυτό είναι ευτυχία, είναι πλούτος ζωής. Όταν σου περάσει αυτό το αίσθημα το ερωτικό, θ’ αντιληφθείς ότι είσαι ένα ον παρόμοιο προς το φυτό, προς το ζώο. Υπάρχεις όταν είσαι ερωτευμένος.
(…) Όταν ο άνθρωπος χάσει τον έρωτα, αποξηραίνεται, απλώς ζει, απλώς υπάρχει, όπως λένε για τα μέταλλα που απλώς υπάρχουν. Ε, το ίδιο και ο άνθρωπος.
—Μπορεί ν’ αναπτυχθεί μία σχέση ερωτική όταν υπάρχει χάσμα πνευματικό;
—Μα ο έρωτας δε φαντάζομαι να ζυγιάζεται με τα εκατέρωθεν βάρη ικανοτήτων ή κοινωνικής θέσης, βέβαια επηρεάζεται, αλλά δεν εμποδίζεται. Μπορεί να γίνεται πιο δύσκολος, κάποτε και ανυπέρβλητος.
Νομίζω ότι εις τον έρωτα εξυπακούεται ότι υπάρχει και κάποια άλλη δύναμη, στο πρόσωπο που ερωτευόμαστε. Θέλεις να ’ναι μια ανωτερότητα πνευματική, διανοητική, να έχει ηρωική στάση απέναντι στη ζωή. Ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή ότι σε συγκινούν πολλές πλευρές.
Αν γνωρίσεις έναν άνθρωπο, διανοητικά, πνευματικά, οπωσδήποτε συναισθηματικά κατώτερο, δεν μπορείς να συγκινηθείς. Βέβαια οι κοινωνικές τοποθετήσεις δημιουργούν εμπόδια στον έρωτα. Είναι γεγονός. Εάν κάποιος θέλει να μείνει στο ύψος του ως διοικητής, διευθυντής, ως υπεύθυνος μιας θέσης, δεν μπορεί να κάνει δεσμό με μια υπάλληλό του. Είναι γεγονός αυτό και σωστό είναι. Έτσι πρέπει να γίνεται. Εκτός αν, βέβαια, νιώσει ένα τόσο ισχυρό έρωτα, οπότε εγκαταλείψει και τις θέσεις και τα μεγαλεία και…
(…) Ο έρωτας δεν εξαρτάται απ’ την ανταπόκριση. Ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται όταν στον έρωτά του υπάρχει ανταπόκριση. Μπορεί να ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση, όπως μπορεί να έχει ανταπόκριση και ο ίδιος να μην ερωτεύεται, να τον αγαπούν χωρίς ν’ αγαπά.
—Δεν υποφέρει όμως αυτός που δεν έχει ανταπόκριση;
—Σίγουρα, αλλά βέβαια το να τον αγαπούν κι αυτός να μην αισθάνεται τίποτα είναι μηδέν γι’ αυτόν, το ανύπαρκτον. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ανταπόκριση. Νομίζω ότι πιο πολύ αγαπά όταν δεν υπάρχει.
—Και πώς το εξηγείτε αυτό;
Διότι σου λείπει κάτι και το επιθυμείς. Όταν το έχεις, δεν το επιθυμείς. Όταν έχεις κάτι δεν πάσχεις. Πάσχεις όταν δεν το έχεις. Έτσι λέω εγώ…
(…)
—Πιστεύετε ότι υπάρχει όριο ηλικίας στον έρωτα;
—Στο ρομαντικό έρωτα δεν υπάρχει όριο.
—Θα μπορούσατε να ερωτευτείτε ρομαντικά εσείς που πλησιάζετε τα ενενήντα;
—Βεβαίως. Σ’ όλη μου τη ζωή υπήρχαν άνθρωποι που τους αγάπαγα. Αλλά όλα τ’ άλλα νταραβέρια ήτανε πάντοτε ξένα από μένα.
(…)
.
.
..Έλλη Αλεξίου..
Δευτέρα 11 Μαΐου 2020
Χωρίς ήλιο..
Μας βλέπει ο Ήλιος σούρουπο... όταν δύει.
Ένα παράξενο πράγμα.
Μένουμε μέσα και βγαίνουμε εκεί λίγο πριν πέσει να τον δούμε κι εμείς. Να του πούμε "καληνύχτα". Έτσι κύλησε η ζωή σε αυτόν τον δρόμο τα τελευταία 50 χρόνια που χτίστηκε το απέναντι κτήριο. Εγώ τον πρόλαβα τον δρόμο και πριν χτιστεί. Όχι μεγάλες διαφορές αλλά να! μετά το απομεσήμερο είχαμε Ήλιο. Κρατούσε τις σωστές ώρες 4 με 7 να βγούμε να παίξουμε μετά το σχολείο...
Μου λένε πως σε κάποια μέρη στον κόσμο είναι χειρότερα... έχουν έξι μήνες νύχτα. Και κάπου στους πόλους δεν ξημερώνει ποτέ.
"Καλύτερα εμείς από αλλού" έλεγα στα παιδιά μου πριν 20 χρόνια, που ήτανε κι εκείνα μικρά και θέλανε παιχνίδι στο φως. Γέμιζε η γειτονιά με φωνούλες για 90 λεπτά, όταν έσκαγε το φως Του πάνω στις προσόψεις των σπιτιών μας και τα χρώματα γίνονταν επιτέλους χρώματα, οι άνθρωποι πιο γελαστοί και τα παιδιά πιο ανέμελα.
Μεγάλωσαν, φύγανε, πήγανε σε πόλεις και σε χώρες που ο Ήλιος σχεδόν δεν δύει ποτέ, άλλος στην Ελλάδα, άλλος στην Αφρική... Πέθαναν κι άνθρωποι στην γειτονιά, έχασα κι εγώ τον άνθρωπό μου πέρυσι, αλλά κανένα μου παιδί δεν είχε τον χρόνο να γυρίσει. Εγώ καταλάβαινα. Τους είπα: "Η Αγάπη δεν μετράει χιλιόμετρα, ούτε ο Πόνος. Και να έρθετε ως εδώ, δεν θα γυρίσει πίσω". Δεν θέλω τα παιδιά να σέρνουνε ενοχές και τραύματα. Άστα να μαζεύουν Ήλιο.
Έμαθα και στην μοναξιά, έμαθα και στην λύπη. Και δεν το κάνω και θέμα. Ένα μόνο παράπονο με τρώει. Όταν βγάζει συννεφιά κι έρχεται η ώρα Του να φωτίσει τα παράθυρά μου και τα σύννεφα δεν Τον αφήνουν. Για αυτήν την έρημη την μια ώρα που Τον περιμένω να έρθει και δεν μπορώ να Τον χαρώ. Αυτό με τυραννάει. Και η βροχή που ξεπλένει το ανθρώπινο από το μη ανθρώπινο, κι αυτή ακόμα μέσα μου έχει δικαιολογία. Αλλά το αραιό συννέφιασμα, ειδικά τώρα που δεν έχω παρέα, με θυμώνει, να! θα το πω, με εξοργίζει.
Ποτέ δεν έφυγα από δω.
Θέλω την ώρα που θα φεύγω, να σκάσει στα παράθυρά μου, έτσι απογευματάκι, να κατρακυλάνε τα χρώματα στις προσόψεις των σπιτιών, κι εγώ από μέσα, να αποχαιρετώ για πάντα μια ζωή χωρίς Ήλιο.
Αυτό εύχομαι, να!
Να φεύγω την ώρα που θα φεύγει.
Για να με πάρει.
Μαζί Του.
Όταν η άγνοια ουρλιάζει, η νοημοσύνη σιωπά.
Ο γάιδαρος είπε στην τίγρη: "Το γρασίδι είναι γαλάζιο". Η τίγρης απάντησε: "Όχι, το γρασίδι είναι πράσινο". Η συζήτηση ...
-
Ο γάιδαρος είπε στην τίγρη: "Το γρασίδι είναι γαλάζιο". Η τίγρης απάντησε: "Όχι, το γρασίδι είναι πράσινο". Η συζήτηση ...
-
Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι. Κι ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον ...
-
Ένα έρημο άνθος Βαθύτερο ἀπο την αγάπη και την ταραχή πού φέρνει μέσ᾿ στο στήθος η επιθυμία ζει στο θαλάσσιο βράχο ἕνα άνθος ο...









