Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Πέτρινες ζωγραφιές!



Ίσως οι "πέτρινες ζωγραφιές" δεν είναι η καλύτερη
 φράση για να περιγράψω τα εκπληκτικά έργα τέχνης 
του Stefano Furlani, 
αλλά είναι τόσο ασυνήθιστα που απλά δεν ήξερα πως να τα ονομάσω.
 Ο Ιταλός καλλιτέχνης αναζητά γεωμετρικά κατάλληλες πέτρες στην παραλία
 και  φροντίζει να δημιουργούν πολύπλοκες συνθέσεις.


Ο Stefano Furlani ανακάλυψε αυτή τη συναρπαστική
 μορφή τέχνης ενώ έπαιζε με τον γιο του Davide, 
όταν ήταν τριών ετών. 
έψαχναν στην παραλία για περίεργες πέτρες
 και στη συνέχεια έδιναν
κάθε είδους σχήματα και σχέδια,
 στην άμμο, κάτω από μια ομπρέλα. 


Καθώς ο χρόνος πέρασε και οι δύο βελτιώθηκαν
 σε αυτό το παιχνίδι, 
άρχισαν να δημιουργούν όλο και πιο περίπλοκα 
και λεπτομερή έργα τέχνης 
και σε ένα σημείο ο Stefano άρχισε να αισθάνεται 


απογοητευμένος που τα έργα τέχνης
 που ο ίδιος και ο γιος του είχαν
 δουλέψει τόσο σκληρά για να δημιουργήσουν
 έχουν ξεπλυθεί από τη θάλασσα ή  έχουν 
καταπατηθεί από άλλους ανθρώπους. 


Έτσι άρχισε να δημιουργεί αυτές τις πέτρινες 
συνθέσεις σε σκληρούς καμβάδες 
και να τους συντηρεί  κατάλληλα
ως έργα τέχνης.


Ενώ μερικές από τις πέτρινες συνθέσεις του
 Stefano Furlani μπορεί να φαίνονται 
απλοϊκές με την πρώτη ματιά, μια προσεκτική 
επιθεώρηση  αποκαλύπτει 
πόσο καλά ταιριάζουν οι πέτρες, 
πράγμα που υποδηλώνει
 ότι ο καλλιτέχνης
 επενδύει πολύ χρόνο στην εξεύρεση 
του τέλειου συνδυασμού. 


Και δεν είναι μόνο το σχήμα και το μέγεθος
 των λίθων που πάντα φαίνεται 
να έχει κατά νου, αλλά και το χρώμα τους,
 που κάνει μερικά από τα έργα του να 
μοιάζουν με πραγματικούς πίνακες.


Παρόλο που ο καλλιτέχνης δεν αποκαλύπτει πόσο
 ένας από αυτούς
 τους πίνακες ζωγραφικής χρειάζεται για να ολοκληρωθεί,
 φαίνεται σαν επίπονη δουλειά, γι 'αυτό θα στοιχημάτιζα
 ότι τα πιο σύνθετα κομμάτια του  πήραν μέρες, 
αν όχι εβδομάδες για να τελειώσουν.


Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Επειδή είναι μητέρα.





«-Έκοψε το ψωμί σε δύο κομμάτια και τα έδωσε
στα παιδιά, που τα έφαγαν λαίμαργα.
-Δεν κράτησε καθόλου για τον εαυτό της, γρύλισε ο λοχίας.
-Επειδή δεν πεινάει, είπε ο στρατιώτης.
-Επειδή είναι μητέρα, είπε ο λοχίας». 


Victor Hugo


Χρόνια πολλά σε όλες τις μανούλες 
του κόσμου..!!


Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

ΤΟ ΜΠΟΝΖΑΪ - ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ




Λουλούδια στο σπίτι δεν ξανάφερα, πάει χρόνος. 
Από τότε που έφυγε και της πήγα τ' αγαπημένα της αγριολούλουδα στον τάφο, μάζεψα ακόμη και τις γλάστρες της και τις χάρισα στη γειτονιά. 
"Ποτέ λουλούδι εδώ ξανά" είπα στα παιδιά μου. "Τώρα η γιαγιά σας είναι στα χώματα και στα χώματα θα ανθίζουνε οι μαργαρίτες της".
 Μοναχή μου πια θα μεγάλωνα πέντε παιδιά. Το καθένα τους ένα λουλουδάκι. Μου έφτανε αυτό. Όχι που δεν αγαπούσα τα λουλούδια, αλλά την Άνοιξη πια δεν την ήθελα. 
Απρίλη μήνα έφυγε. 
Κάτω στο κηπάκι την βρήκαμε πεσμένη. Είχε κάτι μαργαρίτες, πολύχρωμες και σπάνιες και τις φρόντιζε. 
Τον τσιμέντωσα και τον κήπο, να βάζει το αμάξι ο Γιώργος που το άφηνε στο πεζοδρόμιο καβάλα. Ίσα που το χώραγε.
 "Τα Γκαράζ και τα τσιμέντα καταστρέψανε αυτήν την πόλη", είπε ένας από απέναντι όταν το έφτιαχνα.
 "Ναι γκαράζ, γιατί όχι;" του απάντησε η γειτόνισσα, "εδώ όλη την Αθήνα την τσιμεντώσανε το '60 το γκαράζ της Έλλης στα Σούρμενα θα καταστρέψει την πόλη;" 
Ο Γιώργος δεν μου ξανάφερε ούτε φύλλο. Τον όρκισα.
Ένα μπονζάι κρατούσε η μικρή στο δωμάτιό της κι εκείνη το 'βλεπε, εκείνη το πότιζε, εκείνη το κουμάνταρε.
 "Είναι η γιαγιά μου" είχε πει μετά την κηδεία "και δεν θα μου το πάρετε". 
"Η γιαγιά σου πέθανε' της πέταξα σκληρά. Έβαλε τα κλάματα. Ήμουν αδέξια με τα παιδιά. Η μάνα μου όχι. 
Την λάτρευαν. Εγώ ήθελα χρόνο να ταξιδεύω, να σπουδάζω, να παντρεύομαι, να χωρίζω. 
Η μικρότερη μου, που έχει και το όνομά της, γεννήθηκε χωρίς να μάθει ποτέ τι θα πει πατέρας. Στα 5 της ήρθα ένα βράδυ στο σπίτι με τον Γιώργο.
 "Τον αγαπάω" τους είπα. "Και θέλει να μείνει εδώ μαζί μου, θέλετε;" Οι δύο μεγάλες οι δίδυμες, τον είπανε μπαμπά την άλλη μέρα. 
Ο Πέτρος, ήτανε 9 και τον κάλεσε να πάνε για μπάλα και θα μας έλεγε μετά. Είπε "ΟΚ".
 Η τέταρτη, από τον δεύτερο γάμο μου, στον μήνα τον δέχτηκε, κυρίως γιατί την πηγαινοέφερνε στο Ωδείο. 
Η μικρή Μαργαρίτα του είπε: "Αν σε διώξει, μην κλαις μετά." Ότι δηλαδή θα του έλεγε κι η μάνα μου, που σώπαινε σίγουρη. 
Τέσσερις μήνες είμαστε μαζί όλοι κι ήτανε καλά. 
Μα μόλις έφυγε ο χειμώνας η Μαργαρίτα η μάνα μου - ακόμη και το όνομά της σαν τα λουλούδια της - δεν θα ήτανε μαζί μας πια. 
Το μπονζάι - Μαργαρίτα μεγάλωνε σε ένα σπίτι χωρίς παρέα. Χτες το πρωί η μικρή Μαργαρίτα βγαίνει από το δωμάτιο γεμάτη χαρά. 
"Έβγαλε ανθό!" φώναξε. 
"Στον ύπνο σου το είδες" της είπε ο Πέτρος.
"Έλα να δεις".
Ο Πέτρος βγήκε από το δωμάτιο κρατώντας το μπονζάι - Μαργαρίτα προσεκτικά στις χούφτες του. 
Μια κατακίτρινη μαργαρίτα είχε ξεφυτρώσει από τον κορμό του, κάτω, σχεδόν κοντά στην ρίζα, αλλά πάνω του. 
Όλοι το κοιτάζαμε και δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε πως πάνω σε έναν κορμό ενός μπονζάι σε ένα σπίτι που
δεν αγαπάνε τα λουλούδια πια μια μαργαρίτα είχε ανθίσει σε μια νύχτα. 
"Να ζήσεις μαμά," μου είπανε οι δίδυμες, είναι 8 Μαΐου, 380 μέρες απ' όταν έφυγε η γιαγιά και είναι και η μέρα της μητέρας.
Έκλαιγα. 
Κατέβηκα κάτω πήρα τον γκασμά και με τα χέρια μου έσπασα τα μισά τσιμέντα. Αύριο θα ξαναβάλουμε χώμα στον κήπο, είπα στα παιδιά. 
Και θα φυτέψετε ότι θέλετε. Ο Γιώργος μου χαμογέλασε. 
Όταν τα σκέπαζα για καληνύχτα η μικρή μου ψιθύρισε: "Η γιαγιά σε αγαπάει τώρα". Την φίλησα. 
Και την σκέπασα με το παπλωματάκι που είχε πάνω του χίλιες μαργαρίτες. Το μπονζάι - Μαργαρίτα στο παράθυρό της είχε από ώρα κοιμηθεί ήσυχο. 
Η Μαργαρίτα του άστραφτε στο φως του χλωμού φεγγαριού. Ξύπνια ακόμη. Με κοιτούσε. Πλησίασα. Της χάιδεψα ένα πέταλο. 
"Κοιμήσου, μαμά," της είπα. "Είναι ώρα! 
Κοιμήσου κι εσύ! Αύριο θα ξαναζωντανέψει ο κήπος σου".

Στην Teresa


Τα χέρια Μ. Γκανάς.

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα...