Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

Η αγάπη θα επιστρέφει...


Λίγο πριν το τέλος της ζωής του, ο Φραντς Κάφκα έζησε μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Καθώς περπατούσε στο πάρκο Στέγκλιτζ στο Βερολίνο, συνάντησε ένα κοριτσάκι που έκλαιγε απαρηγόρητο γιατί είχε χάσει την κούκλα της.

Ο Κάφκα προσφέρθηκε να το βοηθήσει να βρει την κούκλα της, όμως μην μπορώντας να την βρει, σκέφτηκε ένα τέχνασμα για να πάρει την λύπη από το μικρό κοριτσάκι.

Έγραψε ένα γράμμα, δήθεν προερχόμενο από την κούκλα της μικρής και της το έδωσε:

«Σε παρακαλώ μην κλαις για εμένα, έφυγα σε ταξίδι για να γνωρίσω τον κόσμο. Θα σου ξαναγράψω σύντομα για να σου διηγηθώ τις εμπειρίες μου».

Κάθε φορά που εκείνος και το κοριτσάκι συναντιόντουσαν, της διάβαζε προσεκτικά τα γράμματα που περιέγραφαν τις φανταστικές ιστορίες της κούκλας. Το κοριτσάκι παρηγοριόταν και αδημονούσε κάθε φορά για νέα από την κούκλα.

Ο καιρός περνούσε και όταν ήρθε η στιγμή να αποχωριστούν, ο Κάφκα έκανε δώρο στο κοριτσάκι μια κούκλα, που ήταν όμως εντελώς διαφορετική από την αρχική.

Η καινούρια κούκλα, έφερε επάνω της ένα συνοδευτικό σημείωμα που έλεγε:

«Εγώ είμαι! Τα ταξίδια μου με άλλαξαν.»

Μετά από χρόνια, το κοριτσάκι που είχε γίνει πια μεγάλη γυναίκα, βρήκε ένα κρυμμένο σημείωμα μέσα στην κούκλα που της είχε δωρίσει ο Κάφκα:

«Κάθε τι που αγαπάς πολύ πιθανόν μια μέρα να το χάσεις, όμως στο τέλος, έστω με διαφορετική μορφή, η αγάπη θα επιστρέφει».


πηγή K. Dikepsy

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Μια παλιά φωτογραφία.


Σαν σήμερα γεννήθηκε σε μια φτωχική γειτονιά, ένα κοριτσάκι.
Κατά γενική ομολογία δεν ήταν όμορφο κοριτσάκι, αλλά ήταν χαρούμενο, σκερτσόζικο, χαριτωμένο για του λόγου το αληθές εδώ μια φώτο από τα δεύτερα γενέλθιά μου στην αγκαλιά της μητέρας και του πατέρα, μη πείτε που είναι η τούρτα; και που υπάρχει φώτο πολύ μου είναι.
Χρόνια μου καλά λοιπόν !!




Η ανάρτηση έγινε γιατί αγαπώ αυτή

την φωτογραφία και ήθελα να ταξιδέψει

στις θάλασσες του διαδικτύου.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Παυσιλίπον .


Λαυρέντης Μαχαιρίτσας





Ήταν ο τραγουδοποιός μιας μπερδεμένης και δύσκολης εποχής. 

Το " παυσίλιπον" είναι μακρά το πιο ενδεικτικό δείγμα, 


Σας το έφερα να το γνωρίσετε όσοι δεν το έχετε ακούσει
Πως γίνεται ένα τραγούδι να είναι
και βαθιά πολιτικό μα και βαθιά ερωτικό;

Κι όμως γίνεται...





Καλό ταξίδι Λαυρέντη να περνάς καλά εκεί πάνω!!


Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Τα κόκκινα δέντρα.






Τα Κόκκινα Δέντρα τα είδα δεύτερη φορά σε μια φωτογραφία κι είπα "Φωτομοντάζ". Δεν ήμουν και πολύ καλά. Μετά ταξίδεψα μέχρι την Αφρική για να τα ξαναδώ. Χριστούγεννα ήταν και Καλοκαίρι, τούμπα όλα, ένας κόσμος ανάποδα κι εκεί που περπατούσα νάτα ζωντανά αυτήν την - τρίτη - φορά... Και το Φωτομοντάζ το έκανε με αναίδεια η φύση εκεί μπροστά μου και στα καλά καθούμενα. Είπα μέσα μου: Να ένας λόγος να ζήσω, τα Κόκκινα Δέντρα.

Εκείνη την εποχή μια Ευχή Θανάτου με σημάδευε.
Δεν έβρισκα νόημα.
Όσο κι αν μ' αγαπούσαν, εγώ ζητιάνευα αγάπη. Και δεν δεχόμουνα την τρέχουσα προσφορά, όχι γιατί δεν μπορούσα να την αναγνωρίσω, ούτε γιατί δεν μου έφτανε. Αλλά γιατί γούσταρα να περιφρονώ. Η Περιφρόνηση είναι μια επίκτητη ιδιότητα που την φοράει ο άνθρωπος όταν θυμώνει, όταν φοβάται κι όταν λυπάται. Εγώ είχα κι απ' τα τρία.
Πρώτα απ' όλα ήμουν πολύ χοντρή. Μια ανικανοποίητη χοντρή γυναίκα που είχε ξεχάσει μέσα στην δυσμορφία της το αληθινό της σώμα. Το στόμα μου είχε γίνει ένα ξερό πηγάδι που κατάπινε τα πάντα. Κι αυτό με έκανε απλά δυστυχισμένη. Είχα σχεδόν εξαρτηθεί από την δυστυχία. Έπινα κιόλας. Ασταμάτητα.
Μετά ήμουν μεγάλη πια, πενηντάρα κι ως εκ τούτου πραγματικά αβέβαιη για το αν θα μπορούσα να γίνω καλά. Άσε που δεν είχα και καμιά βεβαιότητα πως ήμουν χάλια. Ε και; έλεγα. Η πρώτη είμαι η τελευταία που έχει φορτώσει χρόνια και κιλά; Άλλά όσο κι αν εξηγούσα με ανορθόδοξο τρόπο το παρόν μου τίποτα δεν μου χάριζε την χαρά της ασφάλειας, της προστασίας, της φροντίδας. Αμφισβητούσα όχι μόνο κάθε πιθανότητα να αρέσω στους άλλους, αλλά και την δυνατότητα να γεράσω καλά. Η φυσική φθορά με παρέλυε. Κατάρα είναι ο φόβος..
Τέλος πέρα από Λύπη και Φόβο είχα και οξύ, διαρκή και ανεξέλεγκτο θυμό. Το χειρότερο δεν ήταν ο θυμός αλλά η συγκάλυψή του. Φόβος και Λύπη συγκάλυπταν τον Θυμό και του άφηναν ελεύθερο τον δρόμο να κοκκινίζει τα πάντα στο διάβα του. Κοινώς το τρίτο κακό της μοίρας μου ήταν οι μύγες. Ναι οι μύγες που με μεταμόρφωναν μιαν αδίστακτη, μανιακή σίριαλ κίλερ! Μπορούσα με αληθινή ευχαρίστηση να τις σκοτώνω όταν παγιδεύονταν στα τζάμια. Εκεί έβρισκα την ανακούφιση να στερώ την ζωή από τον εαυτό της. Ένα μικρό άκακο πλασματάκι, έντρομο έντομο, με φτερά και βόμβο, που αγαπούσε τον άνθρωπο, δεν τον φοβόταν και καθόταν πάνω του, μόλις συναντούσε την παγωμένη λεία επιφάνεια του τζαμιού, πέθαινε. Από τα δικά μου χέρια. Είχα σκοτώσει έτσι την μάνα μου, τους συγγενείς μου όλους έναν προς έναν ονομαστικά, τους φίλους μου, τους εραστές μου, τους συναδέλφους μου στις δουλειές και μέρος από το ανώνυμο πολύ αγαπητό αγοραστικό μου κοινό, συλλέκτες και φιλότεχνους, πελάτες μου για μιαν ολόκληρη ζωή.

Αυτή λοιπόν η χοντρή, κοκκινομάλα σχεδόν, μισή Αγγλίδα, μισή Βελγίδα με καταγωγή από τα Ελληνοτουρκικά σύνορα, ζωγράφος αναγνωρισμένη και αλκοολική πενηντάρα περπατούσε παρέα με άλλους ανάπηρους όπως εκείνη, σε ένα αφρικάνικο προάστιο του Πλάτεμπεργκ Μπέι μια ηλιόλουστη χριστουγεννιατικη καλοκαιρινή μέρα του Γενάρη και φωτογράφιζε, λες κι ήταν εκεί για τουρισμό, την φύση γύρω της. Ούτε που είχε ποτέ διανοηθεί αυτό που θα της συνέβαινε σε λίγο. Πηγαινε αμέριμνη, όσο αμέρμνο μπορεί να είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα, εξαρτημένο από την τροφή του και από το αλκοόλ, ανύποπτη και καμαρωτή. Στο τζάμι του θαλάμου της λίγες ώρες πριν είχε σκοτώσει τον Τζεφ, τον Χαμφρεϋ, την Ροζμαρι και την Μπεκς. Όλοι σχεδόν συνάδελφοι από την Εικαστική Ακαδημία στις Βρυξέλλες. Μετά από μια τέτοια ομαδική δολοφονία, είχε πάρει πρωινό μούσλι με σταφίδες, είχε πλύνει το γερασμένο της πρόσωπο με σαπούνι αφρικάνικο, είχε προσευχηθεί σε έναν Θεό που δεν καταλάβαινε, και προφανώς ούτε Εκείνος εκείνην. Τα χάπια της - δεν ήταν λίγα - τα είχε καταπιεί με την μία πριν τους φόνους. Και ο πρωινός περίπατος είχε αρχίσει. Θα ακολουθούσε επιστροφή στο Ίδρυμα, ομαδική ψυχοθεραπεία, ατομικό ουάν του ουάν με τον θεραπευτή της, μεσημεριανό φαγητό, γιόγκα (μια κόλαση για ένα παχύσαρκο ον) και πιο αργά η μέρα θα έκλεινε με επίσκεψη στα κεντρικά της Ομάδας των Α/Α (Ανώνυμων Αλκοολικών), όπου θα περνούσαν ένα βαρετό αγαπησιάρικο βράδυ, γεμάτο εξομολογήσεις και μοιράσματα, από τις εμπειρίες που είχε ο καθένας σχετικά με την εθιστική του συμπεριφορά. Στο καθημερινό της ημερολόγιο θα έγραφε το βράδυ μιας τέτοιας μέρας: "Νομίζω πάω καλύτερα και μαθαίνω να αγαπάω τον εαυτό μου". Αλητείες δηλαδή.

Ήθελα σαν τρελή, μόλις τα είδα, να κόψω δυο - τρία κλαδιά, να τα πάω στο ριχάμπ, να στολίσω το τραπέζι των λυγμών όπως το λέγαμε που καθόμασταν όλοι μαζί οι ανάπηροι τα απογεύματα και φλυαρούσαμε. Ο Τιμ και η Χένι, μου είπαν πως αυτά τα δέντρα έχουν πολύ γερά κλαδιά και δεν κόβονται εύκολα. Θέλουν τουλάχιστον μαχαίρι, αν όχι κλαδευτήρι. Επίσης πως αν κοπούν αυτά τα κλαδιά όσο νερό και να τους βάλεις στο βάζο μετά από μια μέρα σαπίζουν. Κοινώς δοκίμασαν να με αποθαρρύνουν. Γαντζώθηκα από τα πιο κοντινά σε ανθρώπινο χέρι κλαδιά και τα τράβαγα. Δεν αποσπώνταν από τον κορμό με τίποτα. Ξέχασα στιγμιαία το βάρος μου, την αδιαθεσία μου να κάνω οτιδήποτε που απαιτούσε από εμένα κόπο, την δυσθυμία μου. Έπρεπε να κόψω τα κλαδιά. Εκείνοι προχώρησαν και έμεινε πίσω μια νεαρή σκωτσέζα, βαρώνη στα μέρη της, αλλά εδώ κοινό πρεζάκι σαν εμένα, να με φυλάει ενώ πάλευα να κόψω τα κλαδιά για το βάζο.
Ο περίπατος είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και γυρίζαμε πίσω. Λίγα φύλλα στα χέρια μου και λίγα αίματα από τα αγκάθια τους. Δεν είχα καταφέρει να αποσπάσω ένα κανονικό ολόκληρο κλαδί. Τιμωρήθηκα στο Κέντρο που δεν ακολούθησα το Πρόγραμμα Καθημερινού Περιπάτου, κάνοντας του κεφαλιού μου. Τα φυλλαράκια στόλισαν το κομοδίνο μου σε ένα ποτήρι με νερό μέσα, που ως το άλλο πρωί είχε κοκκινίσει σαν βυσσινάδα ή ακόμη και σαν αίμα αραιωμένο. Την τρίτη μέρα έχυσα το νερό στην τουαλέτα. Σε κάθε περίπατο από τότε τα έβλεπα από μακριά να ανθίζουν κατακόκκινα μέσα στην πράσινη υπόλοιπη φύση. Τα μίσησα. Αυτά τα κλαδιά μου είχαν αντισταθεί. Με είχαν πληγώσει. Έγιναν αιτία να τιμωρηθώ. Μετά σάπισαν.
Τα κόκκινα δέντρα έμεναν όρθια, ασάλευτα εκεί στον δρόμο πριν την μεγάλη στροφή να με κοροιδεύουν για μήνες. Μέχρι την ώρα που είκοσι κιλά πιο ελαφριά, καθαρή από αλκοόλ και λίγο πιο συγκρατημένη έμπαινα σε ένα ταξί που θα με οδηγούσε στο αεροδρόμιο του Κέιπ Τάουν. Είχε παρέλθει ο χρόνος της θεραπείας μου με εμφανή αποτελέσματα αλλά με ασαφή εξέλιξη της κανονικότητάς μου από εκεί και μετά.

Μέσα στο ταξί στο τζάμι είχε παγιδευτεί μια μύγα. Με το πίσω μέρος της παλάμης μου της έδωσα μια αλλά γλύτωσε κι έφυγε έξω από το ανοιχτό παράθυρο του αφρικανού οδηγού. Τότε τα κοκκινα δέντρα ξαναφάνηκαν στον δρόμο. Αλλά είχε μπει το Αφρικάνικο Φθινόπωρο που είναι Άνοιξη για την δική μου πατρίδα. ίχνος σχεδόν δεν είχε μείνει από τα φύλλα πάνω στα κλαδιά τους. Ήταν όλα πεσμένα το χώμα. Ένα κόκκινο χαλί κει κάτω στις ρίζες, κι εγώ να φεύγω να μην μπορώ να σταματήσω, να μαζέψω το κόκκινο από το χώμα, να μην μπορώ να στολίσω κανένα λυγμό πια πάνω σε φλύαρο τραπέζι για ανάπηρους συνδαιτημόνες.
- Μπορείτε να κάνετε μια στάση; ρώτησα τον οδηγό.
- Απαγορεύεται, μου απάντησε, έχω εντολή να σας αφήσω στο αεροδρόμιο.
- Ξέρετε, του είπα, μήνες ολόκληρους θέλω ένα κλαδί από εκείνο κει το δέντρο. Τώρα που τα κλαδιά έχουν πέσει θα ήταν εύκολο να πάρω ένα μικρό κλαδάκι μαζί μου στην πατρίδα μου.
- Μα ώσπου να φτάσετε θα έχει μαραθεί, μου είπε.
- Δεν πειράζει, του απάντησα.
Με κοιταξε δύο φορές από το καθρεφτάκι διερευνητικά. Μετά έκανε δεξιά και σταμάτησε.
- Θα σας συνοδεύσω ως εκεί μου είπε. Δεν μπορώ να σας αφήσω μόνη.
Φτάσαμε μπροστά στα πεσμένα κλαδιά μαζί.
Και τότε, μόνο τότε θυμήθηκα την πρώτη φορά που ένα κοκκινο δέντρο μπήκε στην ζωή μου για να την αλλάξει για πάντα. Ήμουν επτά χρονών. Είχα πάρει τους μαρκαδόρους μου και ζωγράφιζα σε ένα μεγάλο μπλοκ. Να εδώ ένα βουνό. Μπλε. Να εδώ μια κοιλάδα. Κίτρινη. Να εδώ ένα σπιτάκι. Καφέ.
- Και δέντρα; με ρώτησε η μαμά. Δεν έχει δέντρα;
Έψαξα τον πράσινο μαρκαδόρο αλλά είχε τελειώσει.
- Θα κάνω δέντρα μαμά της είπα. Αλλά θα τα κάνω κόκκινα. Μου τελείωσε το πράσινο.
Και τα έκανα. Μόνη μου έφτιαξα τα πρώτα μου δέντρα κόκκινα. Δική μου ήταν η ευθύνη αυτής της απόφασης κι όχι δκή της. Εγώ γέμισα την ζωή μου με την σημασία τους.
Εγώ θα την αδειάσω, άμα χρειαστεί.
Προς το παρόν δεν έχει υπάρξει λόγος.

Δεν πήρα μαζί μου κανένα από τα πεσμένα κλαδιά. Δεν παγίδεψα καμιά μύγα σε τζάμι πια. Σταμάτησα να περιφρονώ το σώμα μου και δεν έχω πιει ούτε μια σταγόνα αλκοόλ από τότε. Ζω στο Παρίσι τους τελευταίους μήνες. Είμαι 88 χρονών κι ένας καρκίνος των οστών έχει παραλύσει τα πάνω άκρα μου. Αυτό με υποχρεώνει να ζωγραφίζω με το στόμα. Και όμως ζωγραφίζω περισσότερο από παλιά. Η τελευταία μου δουλειά είναι μια σειρά από Κόκκινα Δέντρα. Αύριο είναι η πρώτη μέρα μιας έκθεσης με αυτά τα έργα. Σε μια φθινοπωρινή γκαλερί που τα φιλοξενεί. Τα θυμήθηκα όλα αυτά απόψε γιατί είμαι ευγνώμων που είμαι ακόμη ζωντανή.
Όταν πεθάνω, φαντάζομαι σύντομα, έχω ζητήσει να φυτέψουν εκεί που θα με θάψουν ένα Κόκκινο δέντρο.
Να χάνει φύλλα και κλαδιά κάθε Φθινόπωρο.
Να φουντώνει πάλι κάθε Άνοιξη.
Να με συνεχίζει.
Όπως τώρα.

Κι αν δεν περιφρονηθεί αυτή η τελευταία μου επιθυμία θα ζωγραφίζω νομίζω και μετά θάνατον.



Illustrator: Antoine Josse - Mon automne daltonien 2014

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

Τα χέρια .



Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

imageΆνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

. . . . .
Μιχάλης Γκανάς.
Από το βιβλίο «Γυναικών-μικρές και πολύ μικρές ιστορίες» 
εκδόσεις Μελάνι.

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Ένα χρόνο χωρίς τον Μάνο Ελευθερίου.



Ο Συριανός Μάνος Ελευθερίου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς
με πολυσχιδές έργο: στιχουργός τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ, ποιητής, μυθιστοριογράφος,
συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ιστορικός, ζωγράφος και επιμελητής φωτογραφικών άλμπουμ.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2014 στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, έλεγε μεταξύ άλλων για τη δουλειά του:
«Ποιο είναι, όμως, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία; Όσα μας συμβαίνουν είναι απείρως
πιο σημαντικά από όσα γράφουμε - αλλά δεν τα υπολογίζουμε.
Όταν γράφω για ένα ζήτημα που με καίει, νομίζω πως θα βγει κάτι καλό -μια μπαλάντα,
ας πούμε-αλλά σιγά-σιγά αρχίζω να αρρωσταίνω.
Έχω εδώ και πολλά χρόνια την εντύπωση πως γράφω μέσα σε μιαν ομίχλη.
Χωρίς να με κυνηγάει κανενός το αίμα, όποτε γράφω, ζω τις νύχτες του Μακμπέθ.
 Κακά, όμως, τα ψέματα: γράφω γιατί έτσι δίνω παράταση στη ζωή μου».



Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1938 στην Ερμούπολη της Σύρου, για την οποία έγραψε και απεικόνισε συχνά στα έργα του. Το 1952 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και το 1955, γνωρίστηκε με τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος τον παρότρυνε να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής ως ακροατής στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έναν χρόνο αργότερα γράφτηκε στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Σταυράκου.

Tο πρώτο ποίημα με τίτλο «H τελική λύση» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nέα Πορεία» τον Μάρτιο του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε σε ποιητικό διαγωνισμό του φοιτητικού περιοδικού «Πανσπουδαστική» με μέλη της κριτικής επιτροπής τους ποιητές Γιάννη Ρίτσο, Νικηφόρο Bρεττάκο, Οδυσσέα Ελύτη και τον κριτικό Ανδρέα Καραντώνη.

Το 1962 και ενώ υπηρετούσε την θητεία του στα Γιάννινα έγραψε τους πρώτους στίχους, ανάμεσα στους οποίους είναι και «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Τον Οκτώβριο του 1963 ξεκίνησε να εργάζεται στο περιοδικό «Reader's Digest», όπου και παρέμεινε για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια. Την διετία 1964-1965 εξέδωσε τις δύο πρώτες συλλογές διηγημάτων του με τίτλους «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή».

Το 1964, πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική δισκογραφία με το τραγούδι «Ρημαγμένοι κήποι (Το σπίτι γέμισε με λύπη)» που μελοποίησε ο Χρήστος Λεοντής και ερμήνευσε η Έφη Παναγιώτου. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Δήμο Μούτση («Άγιος Φεβρουάριος») και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, στον δίσκο «Θητεία» («Τα λόγια» και τα χρόνια», «Μαλαματένια λόγια», «Παραπονεμένα λόγια»), του οποίου η ηχογράφηση άρχισε τον Νοέμβριο του 1973, διακόπηκε από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τελικά κυκλοφόρησε το 1974. Έγραψε στίχους για πάνω από 400 τραγούδια, τα οποία μελοποίησαν συνθέτες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις («Η μπαλάντα του οδοιπόρου»), ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιώργος Ζαμπέτας («Μου `δωσες τον ουρανό»), ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Αντώνης Βαρδής και ο Γιώργος Χατζηνάσιος.



Μεταξύ των μεγάλων επιτυχιών του Μάνου Ελευθερίου περιλαμβάνονται τα τραγούδια: «Το παλληκάρι έχει καημό» (Μίκης Θεοδωράκης), «Κάτω απ' τη μαρκίζα» (Γιάννης Σπανός), «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» (Σταύρος Κουγιουμτζής), «Άμλετ της Σελήνης» (Θάνος Μικρούτσικος), «Είναι αρρώστια τα τραγούδια» (Σταύρος Ξαρχάκος), «Έρημοι σταθμοί» (Διονύσης Τσακνής), «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» (Ηλίας Ανδριόπουλος), «Η διαθήκη» (Χρήστος Νικολόπουλος), «Μη χτυπάς σ' ένα σπίτι κλειστό» (Λουκιανός Κηλαηδόνης) και «Ατέλειωτη εκδρομή» (Θανάσης Γκαϊφύλλιας).

Ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε και εικονογράφησε παραμύθια για παιδιά και επιμελήθηκε την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, όπως τα «Ενθύμιον Σύρας» και το τετράτομο «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ο αιώνα, 1901-1921». Τη δεκαετία του 1990 έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές στο δημοτικό ραδιόφωνο της Αθήνας («Αθήνα 9, 84») και στο «Δεύτερο Πρόγραμμα» της ΕΡΤ.

Το 1994 εξέδωσε την πρώτη του νουβέλα με τίτλο «Το άγγιγμα του χρόνου» και το 2004 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ο καιρός των χρυσανθέμων», που σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και το 2005 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Το 2013 βραβεύτηκε για τη συνολική προσφορά του στα γράμματα από την Ακαδημία Αθηνών.

Διετέλεσε διευθυντής σύνταξης του φιλοσοφικού περιοδικού «Δευκαλίων» και για μεγάλο διάστημα υπεύθυνος και επιμελητής εκδόσεων του εκδοτικού οίκου «Γνώση». Ήταν μέλος της Eταιρείας Συγγραφέων.

Ο Μάνος Ελευθερίου πέθανε στις 22 Ιουλίου 2018, σε ηλικία 80 ετών, από ανακοπή καρδιάς.



Τις παραισθήσεις μου, γιατρέ, που έχω δεθεί
δεν τις ελέγχω και το σώμα να  λυθεί.
Βλέπω οράματα και ψάρια και στρατούς
Και τους λαούς, σκυμμένους και  γονατιστούς.
Δεν ξέρω πως, γιατί φωνάζω τους νεκρούς
και τους μιλάω για τους δύσκολους καιρούς.

Εκείνοι αόρατοι, γιατρέ, και δεν μιλούν.
Πίσω από την πλάτη μου κρυφά χαμογελούν.
Ποια αμαρτήματα πληρώνω και ποια ντροπή,
η αμαρτία μου ήταν μόνο η σιωπή.

Γιατρέ μου πια το φως μου λιγόστεψε πολύ.
Ή δεν υπάρχεις  ή δεν έχεις εντολή
Να δίνεις χάπια και  σιρόπια και θηλιά
προτού ακουστεί κι τελευταία πιστολιά.

Τι γέγραπται στο σώμα μου και τι εις την ψυχήν
Απόκρησον, φυγάδευσον  του Άδου την ισχύν.
Έχω συμπτώματα βαριά των αναμνήσεων.
Της τηλεόρασης, των φίλων, των ειδήσεων.

Γιατρέ τουλάχιστον δεν θέλω να πονώ.
Θα σου χαρίσω ένα κομμάτι ουρανό
Είναι παλιό από καιρούς Βυζαντινούς
Όταν μιλούσαν τα πουλιά στους ταπεινούς.
Ότι μπορείς στον κόσμο ετούτο τον χρυσό
στον κόσμο που έχουμε κι δυο μισό  μισό.

Γιατρέ, ποιος άγγελος θνητός θε να νοιαστεί
για να ρωτήσει και για μας το πώς και τι;
Πόσα κορμιά αλέθει τούτη η μηχανή
Και ποιος μας δίκασε ισόβια ποινή;

Τσογλάνια, αλήτες και ρουφιάνοι στις γωνίες
φορούν παράσημα χρυσά για ρουφιανιές.
Το μέλλον έρχεται θολό κι απατηλό
κι εγώ τους στίχους μου στο τίποτα πουλώ.
Αυτά μ’ αρρώστησαν, γιατρέ, με κυνηγούν
μ’αυτά πορεύτηκα κι’ αυτά με αιμορραγούν.







πηγή .sansimera.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Πέτρινες ζωγραφιές!



Ίσως οι "πέτρινες ζωγραφιές" δεν είναι η καλύτερη
 φράση για να περιγράψω τα εκπληκτικά έργα τέχνης 
του Stefano Furlani, 
αλλά είναι τόσο ασυνήθιστα που απλά δεν ήξερα πως να τα ονομάσω.
 Ο Ιταλός καλλιτέχνης αναζητά γεωμετρικά κατάλληλες πέτρες στην παραλία
 και  φροντίζει να δημιουργούν πολύπλοκες συνθέσεις.


Ο Stefano Furlani ανακάλυψε αυτή τη συναρπαστική
 μορφή τέχνης ενώ έπαιζε με τον γιο του Davide, 
όταν ήταν τριών ετών. 
έψαχναν στην παραλία για περίεργες πέτρες
 και στη συνέχεια έδιναν
κάθε είδους σχήματα και σχέδια,
 στην άμμο, κάτω από μια ομπρέλα. 


Καθώς ο χρόνος πέρασε και οι δύο βελτιώθηκαν
 σε αυτό το παιχνίδι, 
άρχισαν να δημιουργούν όλο και πιο περίπλοκα 
και λεπτομερή έργα τέχνης 
και σε ένα σημείο ο Stefano άρχισε να αισθάνεται 


απογοητευμένος που τα έργα τέχνης
 που ο ίδιος και ο γιος του είχαν
 δουλέψει τόσο σκληρά για να δημιουργήσουν
 έχουν ξεπλυθεί από τη θάλασσα ή  έχουν 
καταπατηθεί από άλλους ανθρώπους. 


Έτσι άρχισε να δημιουργεί αυτές τις πέτρινες 
συνθέσεις σε σκληρούς καμβάδες 
και να τους συντηρεί  κατάλληλα
ως έργα τέχνης.


Ενώ μερικές από τις πέτρινες συνθέσεις του
 Stefano Furlani μπορεί να φαίνονται 
απλοϊκές με την πρώτη ματιά, μια προσεκτική 
επιθεώρηση  αποκαλύπτει 
πόσο καλά ταιριάζουν οι πέτρες, 
πράγμα που υποδηλώνει
 ότι ο καλλιτέχνης
 επενδύει πολύ χρόνο στην εξεύρεση 
του τέλειου συνδυασμού. 


Και δεν είναι μόνο το σχήμα και το μέγεθος
 των λίθων που πάντα φαίνεται 
να έχει κατά νου, αλλά και το χρώμα τους,
 που κάνει μερικά από τα έργα του να 
μοιάζουν με πραγματικούς πίνακες.


Παρόλο που ο καλλιτέχνης δεν αποκαλύπτει πόσο
 ένας από αυτούς
 τους πίνακες ζωγραφικής χρειάζεται για να ολοκληρωθεί,
 φαίνεται σαν επίπονη δουλειά, γι 'αυτό θα στοιχημάτιζα
 ότι τα πιο σύνθετα κομμάτια του  πήραν μέρες, 
αν όχι εβδομάδες για να τελειώσουν.


Η αγάπη θα επιστρέφει...

Λίγο πριν το τέλος της ζωής του, ο Φραντς Κάφκα έζησε μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Καθώς περπατούσε στο πάρκο Στέγκλιτζ στο Βερολίνο, συνάντ...