Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

Οι άνθρωποι που μένουν στην πόλη τον Αυγουστο.

 



Τον Αύγουστο οι μύγες παχαίνουν ανεξέλεγκτα.

Διογκώνονται περίεργα

σαν προσδοκίες ανεκπλήρωτες.

Τα κουνούπια πάλι είναι νωθρά,

φιλιά που διαψεύστηκαν,

αφού ρουφήξουν ξένο αίμα 

πνίγονται στο σιρόπι του.

Οι άνθρωποι στην παραλία 

προσπαθούν να πιάσουν χελιδονόψαρα

τη μία και μοναδική στιγμή που αιωρούνται στον αέρα.

Όσοι μένουν στην πόλη 

καρφώνουν τα έπιπλα στο πάτωμα

μήπως και κάποιο κύμα από μία καρτ ποστάλ

ξεβράσει στη μπανιέρα καμιά φάλαινα, 

ή την ώρα που πλένουν ανύποπτοι τα δόντια 

φουσκώσει η παλίρροια σε μία φωτογραφία

και τα νερά πλημμυρίσουν τον φεγγίτη.

Στο μεταξύ έξω απ' την πόρτα

συσσωρεύονται μπουκάλια γεμάτα γάλα

ή άδεια από μπύρα, 

ενώ το γραμματοκιβώτιο ξεχειλίζει με προσκλήσεις

από γάμους και βαφτίσια που ποτέ δεν θα συμβούν.

Είναι όμορφοι οι άνθρωποι του καλοκαιριού

που αδικαίωτοι περιμένουν μία θάλασσα

ενώ πεταλίδα κολλάει επάνω τους η ζέστη

και μέσα στο ουίσκι λιώνουν 

συνέχεια 

τα παγόβουνα.




Χλόη Κουτσουμπέλη

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Ηλικιωμένοι...

 



Ηλικιωμένοι...

Στη θέα τους πάντα θα βουρκώνω... Όχι από λύπηση, όχι!

Απλώς πάντα σκέφτομαι αν τελικά έζησαν όλα όσα ήθελαν...

Αν κατάφεραν να διώξουν τα τραύματα και της δικής τους ψυχής...

Αν η ζωή τους φέρθηκε καλά...

Αν κατάφεραν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν...

Αν πληγώθηκαν και μέσα τους έμεινε ένα αγκάθι να τους τρυπάει την καρδιά μέχρι το τέλος...

Αν πλήγωσαν και ο εγωισμός δεν τους άφησε να ζητήσουν συγνώμη...

Αν γεύτηκαν τη θλίψη της μοναξιάς...

Αν μέσα τους έχουν αφόρητες τύψεις για όσα έκαναν ανάποδα...

Αν έγιναν σκληροί σαν πέτρα από τις δυσκολίες της ζωής...

Βουρκώνω!

...γιατί ξέρω πως ο χρόνος δεν είναι πια με το μέρος τους, ούτε για να ονειρευτούν αλλά ούτε και για να διορθώσουν όσα έκαναν λάθος...

Βουρκώνω!...

γιατί ξέρω πως θα ήθελαν μία δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, να τα κάνουν όλα αλλιώς, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει για κανέναν μας...

Βουρκώνω!

...γιατί κάθε μέρα για αυτούς είναι μια δύση χωρίς ανατολή...

Να τους αγαπάμε λίγο παραπάνω τους ηλικιωμένους γιατί κουβαλάνε μέσα τους βαρύ φορτίο... Το φορτίο μιας ολόκληρης ζωής!

Κι ας έχουν και παραξενιές...Κι ας έχουν λιγότερη υπομονή από τη δική μας...Κι ας έχουν και τη γκρίνια τους...

Μήπως εμείς θα είμαστε καλύτεροι;

Κ. Ουζουνίδου.


Σάββατο 11 Ιουνίου 2022

"Ύπαρξη"





Η βροχή πότισε την κουρασμένη γη

Και η ψυχή συγκέντρωσε τους εναπομείναντες σπόρους.

Ήταν λίγοι αλλά αρκετοί.....

Σε κοίταζα όλη τη νύχτα να κλαις σιωπηλά στην ξαγρύπνια μου

Και ήξερα ότι θα γεννήσεις και πάλι πεπρωμένο.

Δεν υπάρχει μοναξιά...

Ακόμα αγγίζεις τις βεβαιωμένες πιθανότητες

Και αγναντεύεις το εκκρεμές παράθυρο..

Συνηγορεί υπέρ σου....

Προχώρησα κάποτε μέχρι τέλους το μονοπάτι σου

Και γύρισα να σου πω την αρχή σου.

Είναι φως η αγάπη....





Κυριακή 8 Μαΐου 2022

"Ζωντοχήρα"!!





-Τα παιδιά σου; 

- Ναι.

- Ο σύζυγος είναι στη δουλειά;

- Είμαι διαζευγμένη, δεν έχω σύζυγο. 

- Ω!!! Λυπάμαι, δεν ήξερα ότι είσαι ζωντοχήρα.

- Τι είμαι;

-Ζωντοχήρα!!!

Τι σημαίνει αυτό; Ας μου πει κάποιος. 

Είναι χήρα ζωντανού ανθρώπου; 

Πόσο άκυρη λέξη. Πόσο υποτιμητική.

Και την ακούμε και από νέους 

ανθρώπους. 

Ας μου πει υπεύθυνα ένας γιατί τις αποκαλούν έτσι. 

Διαζευγμένη είναι!  Ελεύθερη, το λες κι' αλλιώς.

"Ζωντοχήρα"!!

Λέγανε στα χωριά, "να φυλάγεστε από δαύτην".

Λες και είχανε καμιά ταμπέλα στο κούτελο τους. <<Ανοίξαμε και σας περιμένουμε >>.

Γυναίκες κι αυτές όπως οι υπόλοιπες. Με βαρύ σταυρό και αγώνα. Με πάθη φυσικά γιατί όχι; Όπως όλοι. 

Ναι ξέχασα. Μόνο αυτές είναι η αιτία του κακού. Εξάλλου είναι οι ζωντοχήρες. Οι δακτυλοδεικτούμενες. 

Έπρεπε να παραμείνουν τότε στον γάμο τους. Μόνο και μόνο για την κοινή γνώμη. 

Αυτές οι διαζευγμένες λοιπόν άκου.

Το μαξιλάρι τους σχεδόν κάθε βράδυ μουσκεύουν. Βλέπεις την υπόλοιπη μέρα πρέπει να κάνουν τον κλόουν μπροστά στα παιδιά τους. Εκεί το βράδυ που μένουν μόνες, συντροφιά με τις σκέψεις τους καταρρέουν. Δεν επιτρέπεται άλλη ώρα να το κάνουν. 

Κι εσύ...ναι εσύ!! Τις αποκαλείς με θράσος ζωντοχήρες!

Αν σου χαλάνε την μόστρα μην τις κάνεις παρέα.

Να σου πω και το άλλο; 

Εκείνες επιλέγουν να μη βρεθούν μαζί σου ξανά. 

Εσύ τις χαλάς την όμορφη διάθεση τους.

Εσύ και η κακία που ξεχειλίζει από το στόμα σου.

Δόξα το Θεό οι περισσότεροι δεν είναι σαν εσένα. 

Οι φίλοι και η οικογένεια είναι δίπλα τους. Τις αγαπάνε.

Τις εμπιστεύονται.

Ο χαρακτήρας δεν αλλάζει με ένα διαζύγιο ή με έναν γάμο θα έλεγα αν η άλλη το έχει στο dna της.

Πρόσεχε μόνο για κείνη την ρόδα που λένε. 

Ή ακόμη απ' αλλού το περιμένεις και

απ' αλλού σου έρχεται. 

Οπότε τον όρο ζωντοχήρα που τόσο αθώα τον πετάς κράτησε τον στον εγκέφαλο σου. Εξάλλου έτσι έμαθες. Δεν πρόκειται να αλλάξεις.

*Ελεύθερες δηλώνουν *

Έτσι νιώθουν.

Έτσι είναι!!

Χρόνια πολλά σε όλες τις μανούλες!!


Γ. Κουρμεντάλας.






Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Αμεντέο Mοντιλιάνι

 



Ο Μόντι πέθανε σαν σήμερα. Ο Μόντι που ζωγράφιζε τα κορίτσια του τυφλά επειδή δεν γνώριζε την ψυχή τους. Επειδή «Όταν γνωρίσω την ψυχή σου, θα ζωγραφίσω τα μάτια σου» έλεγε. Ο Μόντι που οι προσωπογραφίες που έκανε ήταν οι γυναίκες που εμπιστεύθηκε. Ερωμένες και σεξεργάτριες.

Ο Μόντι που έμπαινε στα καπηλειά με ένα μολύβι κι ένα χαρτί κι αντάλλαζε τα σχέδια του για ένα ποτήρι αλκοόλ. Φυματικός κι άρρωστος κι αλκοολικός. Τοξικοεξαρτημένος και Εβραίος. Στιγματισμένος. Ο Μόντι που ζωγράφιζε τις πόρνες και τις φτωχές επειδή ήθελε να τις υμνήσει με το έργο του. Επειδή τους άπορους  ήξερε κι αυτούς ζωγράφιζε. Ο Μόντι που έμπνευσή του ήταν οι "καταραμένοι". Επειδή κι αυτός καταραμένος ήταν. Μόντι. Ο Μόντι που προτιμούσε να τον θεωρούν "μεθύστακα" παρά φυματικό επειδή " Έτσι, δεν έβλεπαν πάνω του τα σημάδια της φυματίωσης.Οι αλκοολικοί, άλλωστε, ήταν αποδεκτοί. Οι φυματικοί όχι.»

Ο Μόντι που έκανε μια και μόνο έκθεση. Με τα γυμνά του. Που στη βιτρίνα είχε τοποθετηθεί ένα από αυτά. Που το γυμνό κορίτσι του Μοντιλιάνι προκάλεσε τη συντηρητική κοινωνία. Που η έκθεση έμεινε μόνο τρεις μέρες. Η αστυνομία την απαγόρευσε.

Ο Μόντι που αγαπήθηκε από τη Ζαν. Που κι εκείνος την αγάπησε. Τη Ζαν τη φοιτήτρια καλών τεχνών. Που έμεινε μαζί του ως το τέλος. Που όταν εκείνος πέθανε εκείνη μια μέρα μετά την κηδεία του πήδηξε από τον 5ο όροφο, να πάει μαζί του, είναι άδικη η ζωή χωρίς αυτόν και λίγη. Που είπαν για εκείνην  «Αργά τη νύχτα μπορούσε κανείς να τον δει πλάι στη Ζαν Εμπιτέρν, σιωπηλή, εξαντλημένη, καχεκτική, με τις μακριές της κοτσίδες της στην πλάτη, αγνή, τρυφερή, μία αληθινή Παναγία δίπλα στον θεό της» . Που ζήτησε να ταφεί κοντά του. Που οι γονείς της δεν το έκαναν. Θεώρησαν τον Μόντι υπεύθυνο για την αυτοκτονία της. Που έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια για να τους βάλουν μαζί για να γίνει αυτό που έγραψε σε ένα ποίημα ο Λειβαδίτης "Κι όταν πεθάνουμε,να μας θάψετε κοντά. Για να μην τρέχουμε μέσα στην νύχτα για να συναντηθούμε".

Ο Αμεντέο Κλεμέντε Μοντιλιάνι πέθανε στις 24 του Γενάρη του 1920 . Στιγματισμένος. Φτωχός. Ταλαντούχος. Άρρωστος.

Θα είμαστε πάντα με τον Μόντι, τη Φρίντα, τον Γιαννούλη Χαλεπά, κάθε έναν που η κοινωνία στιγματίζει. Κάθε έναν που η κοινωνία βάζει στο περιθώριο και κάνει αόρατο. Με κάθε άνθρωπο που βιώνει το ρατσισμό της κοινωνίας. Κάθε έναν που έκανε τις πληγές του τέχνη και ποίηση και πίνακα κι αγώνα και στίχο.

Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι.

                                                         La Belle Romaine



Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Ποια είναι αυτή η γυναίκα;

 


Πως τη λένε; 

Την ξέρω; 

Κάτι μου λέει το πρόσωπό της. Που την έχω δει; Στην τηλεόραση; Στο internet; Κάπου στον δρόμο; Είναι διαφήμιση, είναι πραγματικότητα, τι είναι; 

Μοιάζουν τα πρόσωπα, μπορείς να μπερδευτείς. 

Μήπως είναι κάποιος δικός μου άνθρωπος; 

Κι αν είναι μια παλιά φωτογραφία της οικογένειάς μου, αν είναι συγγενής μου, αίμα μου; Μια άγνωστη ιστορία του προσφυγικού μας παρελθόντος; Τα ξέρω τα μάτια της…

▪︎Ποια είναι άραγε αυτή η γυναίκα; Μοιάζει φτωχή και κουρασμένη. Τι της έχει συμβεί; Από ποια δύσκολη εποχή έρχεται η εικόνα της; Από ποια χώρα; Σε ποιο σημείο της αέναης Αδικίας βρέθηκε να ζει;

▪︎Τι απέγινε εκείνη; Τι απέγιναν τα παιδιά της; Τι απέγιναν οι σκέψεις της; Χάθηκαν; Ή μήπως όχι; Είναι εδώ δίπλα μου; Μήπως ζει; Μήπως βρίσκεται στην Αθήνα, μήπως βλέπουμε τον ίδιο ήλιο τώρα που γράφω στο μικρό μου δωμάτιο; Ποια είναι; Μήπως δεν έχει σημασία; Μήπως χάνω (ξανά) τον χρόνο μου; Τι με νοιάζει; Τι θα αλλάξει στη δική μου τη ζωή αν ξέρω; Πότε θα αλλάξει η δική μου η ζωή αν τελικά μάθω;

Ποια είναι;

📸 Επί 20 ολόκληρα μίλια, η φωτογράφος σκεφτόταν αν θα έπρεπε να είχε σταματήσει σ’ αυτό που είδε με την άκρη του ματιού της στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Η δουλειά είχε γίνει, την αμοιβή της θα τα έπαιρνε, μέχρι τελευταίο σεντ, έξω έβρεχε κι όμως μέσα της υπήρχε μια δύναμη- μη ελέγξιμη πια- που δεν άφηνε σε ησυχία το μυαλό της. Για 20 μίλια ήταν αναποφάσιστη (μικρή απόσταση, αν σκεφτεί κανείς πως υπάρχουν πολλοί που διανύουν αναποφάσιστοι κι αδρανείς ολόκληρη τη ζωή τους). 

📸 Ξαφνικά σταμάτησε το αυτοκίνητο. 

Ο δρόμος ήταν άδειος. Επιτόπου στροφή. Ακολούθησε την αντίθετη πορεία – του δρόμου και της λογικής- και βρέθηκε ξανά στον καταυλισμό.

▪︎Εκεί ζούσαν προσωρινά, με τις οικογένειές τους σε παραπήγματα, περιφερόμενοι άστεγοι αγρότες. Πάμφθηνα εργατικά χέρια μεταναστών για τις καλλιέργειες της περιοχής. Θα μάζευαν αρακά και μπιζέλια, αλλά την προηγούμενη νύχτα ο παγετός είχε καταστρέψει τη σοδειά. Άλλο ένα κακό νέο ανάμεσα στα χιλιάδες δυσάρεστα μαντάτα της ζωής τους- πότε θα σταματούσε αυτό; Ίσως ποτέ.

▪︎Η ανησυχία ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Πολύ σύντομα, οι κάτοικοι της περιοχής και οι ιδιοκτήτες των καλλιεργειών, θα έρχονταν να τους διώξουν. Με βίαιο τρόπο, χωρίς έλεος. Οι ίδιοι καθωσπρέπει άνθρωποι, με τα παιδιά, τα σπίτια και τη γη τους- οι οποίοι θα τους έδιναν δουλειά στα χωράφια τους- οι ίδιοι την επόμενη μέρα θα χρησιμοποιούσαν κάθε τρόπο για να τους διώξουν, αφού πια η παρουσία τους δε θα απέφερε πια κανένα απολύτως κέρδος. Η πραότητα του χαρακτήρα και ο ανθρωπισμός τους βασίζονταν στον αστάθμητο παράγοντα του κατάλληλου απτού ανταλλάγματος. Η υπόγεια αποδοχή της ένοχης χρησιμότητας ενός εγκλήματος γεννά τον πιο ορκισμένο στρατό φανατικών, εκείνων που εθίζονται στη δικαιολογία κάθε επόμενου εγκλήματος.

📸 Μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της απόλυτης φτώχιας, της αγωνίας και του πόνου, η φωτογράφος εστίασε στη μητέρα με τα τέσσερα πεινασμένα παιδιά (υπήρχε κι ένα πέμπτο στην κοιλιά της μάνας, που θα γεννιόταν σε λίγους μήνες, σε καιρούς απόγνωσης). Η δικιά τους ήταν η πιο πρόχειρα φτιαγμένη τέντα απ’ όλες. Τράβηξε δυο πρώτες φωτογραφίες. Δυο γενικά πλάνα.

📸 Και μετά πλησίασε. Όλο και πλησίαζε. Η μητέρα δεν κοίταξε ποτέ προς το φακό ή προς τον άνθρωπο που ακάλεστος είχε εισβάλει στην ελάχιστη ιδιωτικότητά τους.

Συνολικά τράβηξε έξι φωτογραφίες. Δεν ρώτησε το όνομα της μητέρας, ζήτησε μόνο να μάθει την ηλικία της. 

«32 χρόνων».

Κι όμως… Αυτό ήταν το ταλαιπωρημένο πρόσωπο μιας 32χρονης γυναίκας, που είχε βιώσει τόσα, όσα αρκούσαν για πολλές ζωές. Ζούσαν τρώγοντας παγωμένα λαχανικά – ήταν βαρυχειμωνιά- και όσα μικρά πουλιά μπορούσαν να σκοτώσουν τα ίδια τα παιδιά.

Η φωτογράφος υποσχέθηκε προφορικά – αν και δεν της ζητήθηκε- να μην δημοσιεύσει το υλικό.

Είπε ψέματα.

ℹ Αυτό το ψέμα ,όμως, ευεργέτησε αμέσως πολλούς κατατρεγμένους. Τρεις μέρες μετά τη δημοσίευση της φωτογραφίας στην εφημερίδα, εκείνος ο καταυλισμός στη μέση του τίποτα (US Highway 101, 2.500χλμ, κατά μήκος της δυτικής ακτής) γέμισε με τρόφιμα, ρούχα και προσφορές ανθρώπων που είχαν συγκινηθεί από τη φωτογραφία της μητέρας. Κάποιοι απ’ τους άστεγους εργάτες είχαν ήδη φύγει (για πού άραγε; Για ένα επόμενο πουθενά…), ανάμεσά τους, όμως, και η μητέρα με τα παιδιά. Εκείνοι δεν ήξεραν τι είχε συμβεί.

➡️ Η δημοσίευση μιας δεύτερης φωτογραφίας- διαφορετικής από αυτή που είχε μπει στην εφημερίδα- έκανε τον γύρο της χώρας μέσα σε λίγες μέρες. Η μητέρα είχε γίνει σύμβολο καρτερικότητας κι αξιοπρέπειας σε καιρούς δυστυχίας κι εξαθλίωσης. Όλοι μιλούσαν για εκείνη και τα μικρά της.

📸 Ένα αποφασισμένο βλέμμα, σ’ ένα κουρασμένο πρόσωπο. Και δυο παιδιά ν ακουμπούν φοβισμένα πάνω της. Ήταν ο φόβος του φακού, αλλά έμοιαζε με το φόβο του παρόντος και του μέλλοντος. Ήταν τα δύσκολα χρόνια. Κι εκείνη ήταν η Μόνα Λίζα μιας σκονισμένης απ’ τις αντιξοότητες εποχής.




🆔️  H Dorothea Lange τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες το 1936, στις Ηνωμένες Πολιτείες (Nipomo, California). Το στιγμιότυπο της μητέρας με τα δυο παιδιά γυρισμένα στο φακό, αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική φωτογραφία της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Great Depression).  

🆔️ Η ταυτότητα της εμβληματικής “Migrant Mother” έγινε γνωστή πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν η ηλικιωμένη πλέον γυναίκα εκείνης της φωτογραφίας έδινε μάχη με τον καρκίνο και δεν είχε τα χρήματα για να νοσηλευτεί σε δημόσιο νοσοκομείο. Τότε δημοσιεύτηκε τ’ όνομά της και μαζεύτηκε ένα ποσό (κάποιες χιλιάδες δολάρια) που της επέτρεψε να ‘χει ένα αξιοπρεπές τέλος. 

🆔️ Την έλεγαν Φλόρενς (Florence Owens Thomson 1903 -1983), ήταν μια Τσερόκι. Διωγμένη από την Οκλαχόμα – όπως χιλιάδες της φυλής της-  παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία, όμως η οικογένεια του συζύγου δεν ήθελε μια ινδιάνα για νύφη. Έκαναν παιδιά, εκείνος πέθανε ξαφνικά. 

Πως θα ζήσουν; Τι θα κάνουν; Οικονομική ύφεση, ανεργία, διώξεις. Ανατροπές, μόνο ανατροπές. Ένας άβολος σκληρός άδικος κόσμος. Κάθε βήμα της ζωής της- από την αρχή- έμοιαζε δύσκολο, έως ακατόρθωτο. Κάθε βήμα κι ένας πόνος. Κι όλα να μοιάζουν κάθε φορά με το τέλος του κόσμου. 

▪︎Η Φλόρενς δεν κέρδισε ποτέ χρήματα από τη φωτογραφία (μόνο το ποσό εκείνο στα γεράματα, πριν πεθάνει). Ούτε η Λανγκ. Τα δικαιώματα ανήκαν στην αμερικανική κυβέρνηση ( με κρατικό χρήμα- Farm Security Administration- είχαν πληρωθεί τα ντοκουμέντα της ομάδας φωτογράφων που ταξίδευαν στις φτωχές αγροτικές περιοχές της Αμερικής). Η Λανγκ, όμως, κέρδισε αναγνωρισιμότητα κι επαγγελματική καταξίωση.]

(Dorothea Lange 1895-1965)

ΥΓ. Σήμερα στο Nipomo (πληθυσμός 16.000 κάτοικοι), πολύ κοντά στο σημείο της τυχαίας ιστορικής φωτογράφισης υπάρχει ένα σχολείο, που φέρει ένα όνομα. 

Το όνομα της φωτογράφου Ντοροθέα Λανγκ. 

Όχι της Φλόρενς. Ίσως καλύτερα. 

Καλύτερα να μην ήξερα καν το όνομα της, όπως όταν πρωτοείδα τη φωτογραφία κι αναρωτιόμουν αν ήταν ένας δικός μου άνθρωπος. Γιατί όταν ξέρεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες, η γυναίκα γίνεται το ενδιαφέρον ντεκόρ μιας ακόμα ιστορίας, ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες- που θα μάθεις ή δε θα μάθεις- και νομίζεις πως δεν έχουν καμία σύνδεση με το δικό σου σύντομο πέρασμα απ’ αυτόν τον κόσμο.

Ενώ στην πραγματικότητα εκείνο το βλέμμα, εκείνη η μάνα και τα παιδιά είναι η δική σου ιστορία.

Τα υπόλοιπα κλικ απ' τον φακό της Lange










Dorothea Lange 1895-1965





Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Αλλοδαπός.

 


Αυτό το βράδυ έβρεχε παντού.

Ένα κουδούνισμα διέκοψε τη νύχτα

Φαντάστηκα το αποψινό

άλλοθι της αχάριστης, ποτέ

το μουσκεμένο φάντασμα του ξένου.

''Κύριε''

ψιθύρισε με χάρτινη φωνή

''καιρός που έχω βγει στην ανεργία.

Μπορώ να κάνω όλες τις δουλειές.

Χτισίματα, πατώματα, μονώσεις.''

Κούνησα το κεφάλι στωικά

με το γνωστό συννεφιασμένο ύφος

που συνιστά απόρριψη

μετά πολλών επαίνων. 

Άφησε ένα χαρτί τσαλακωμένο

χαιρέτησε και χάθηκε στη μπόρα.

Έριξα ένα βλέμμα στο σημείωμα.

πριν το πετάξω στο καλάθι των αχρήστων

Καλά κατάλαβα πως είναι αλλοδαπός.

Ακούς Χριστός

αντί για Χρήστος ο καημένος...

Χάρης Μελιτάς

Οι άνθρωποι που μένουν στην πόλη τον Αυγουστο.

  Τον Αύγουστο οι μύγες παχαίνουν ανεξέλεγκτα. Διογκώνονται περίεργα σαν προσδοκίες ανεκπλήρωτες. Τα κουνούπια πάλι είναι νωθρά, φιλιά που δ...