Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2020

Αλλοδαπός.

 


Αυτό το βράδυ έβρεχε παντού.

Ένα κουδούνισμα διέκοψε τη νύχτα

Φαντάστηκα το αποψινό

άλλοθι της αχάριστης, ποτέ

το μουσκεμένο φάντασμα του ξένου.

''Κύριε''

ψιθύρισε με χάρτινη φωνή

''καιρός που έχω βγει στην ανεργία.

Μπορώ να κάνω όλες τις δουλειές.

Χτισίματα, πατώματα, μονώσεις.''

Κούνησα το κεφάλι στωικά

με το γνωστό συννεφιασμένο ύφος

που συνιστά απόρριψη

μετά πολλών επαίνων. 

Άφησε ένα χαρτί τσαλακωμένο

χαιρέτησε και χάθηκε στη μπόρα.

Έριξα ένα βλέμμα στο σημείωμα.

πριν το πετάξω στο καλάθι των αχρήστων

Καλά κατάλαβα πως είναι αλλοδαπός.

Ακούς Χριστός

αντί για Χρήστος ο καημένος...

Χάρης Μελιτάς

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2020

Να είστε ευγενικοί!'



''Την ημέρα που πέθανε ο πατέρας μου, πήγα  στο παντοπωλείο και  αγόρασα μπανάνες.

Θυμάμαι να σκέφτομαι μέσα  μου , "Είναι παράλογο. Ο μπαμπάς σου μόλις πέθανε. Γιατί, λοιπόν, αγοράζεις μπανάνες;''

Χρειαζόμασταν όμως μπανάνες. Θα ξυπνούσαμε την επομένη και θα θέλαμε πρωινό   και δεν θα υπήρχαν μπανάνες στο τραπέζι - έτσι πήγα για ψώνια .

Και πολλά άλλα πράγματα χρειάζονταν ακόμα να γίνουν  , έτσι τις επόμενες μέρες θα έψαχνα θέσεις  παρκινγκ, θα  περίμενα σε κάποια ουρά εστιατορίου  και θα καθόμουν  σε παγκάκια κάποιου πάρκου . Συγκρατώντας  τα δάκρυα μου , αγωνιζόμενος  να παραμείνω  όρθιος , και γενικά σε μια προσπάθεια να μην αφεθώ ανά πάσα στιγμή  να κάνω ένα ξέσπασμα  και να κλάψω γοερά.

Ήθελα να έχω μια ταμπέλα πάνω μου, να λέει  : Μόλις έχασα τον μπαμπά μου .Σας παρακαλώ να είστε ευγενικοί και προσεκτικοί, μαζί μου .

Εκτός και εάν κάποιος περνούσε δίπλα μου ,κοιτάζοντας με βαθιά στα μάτια  ή παρατηρούσε  το περιστασιακό κόμπιασμα  στη φωνή μου και ύστερα από αρκετή σκέψη με ρωτούσε , μόνο τότε θα ήξερε τι συμβαίνει μέσα μου ή γύρω μου. Δεν θα είχαν ιδέα για τη ''τρύπα '' που μόλις άνοιξε και ΄΄κατάπιε΄΄ την κανονική ζωή( όπως την ήξερε μέχρι πρότινος ),του ατόμου δίπλα τους .

Κι ενώ δεν ήθελα να έχω πάνω μου  μια  φωτεινή ταμπέλα που να λέει  όσα βιώνω και ζω , πιθανότατα αυτό θα είχε κάνει τους ανθρώπους γύρω μου να μου δώσουν χώρο ή να μιλάνε  πιο ήπια ή να κινούνται στο χώρο  πιο προσεκτικά - και θα μπορούσε να έχει κάνει το ανυπόφορο , σχεδόν ανεκτό.

Όλοι γύρω σας: τα άτομα στην ουρά στο μπακάλικο , τα άτομα με το οποία έχετε κολλήσει στην κίνηση , τα άτομα που κάθονται δίπλα σας στη δουλειά  , τα άτομα που συνομιλείτε  στα κοινωνικά δίκτυα  ακόμα και τα άτομα γύρω από το  τραπέζι της κουζίνας σας  - όλοι βιώνουν τις παράπλευρες απώλειες και δυσκολίες   της ζωής. Όλοι θρηνούν κάποιον, τους λείπει κάποιος , ανησυχούν για κάποιον. Οι γάμοι τους καταρρέουν ή η δόση του δανείου τους καθυστερεί να πληρωθεί ή περιμένουν τα αποτελέσματα των διαγωνισμάτων του παιδιού τους ή ψωνίζουν  μπανάνες πέντε χρόνια μετά από ένα θάνατο και εξακολουθούν να συγκρατούν  με το ζόρι τα δάκρυα τους  επειδή βιώνουν την απώλεια με την ίδια ένταση όπως την πρώτη μέρα.

Κάθε άνθρωπος που προσπερνάτε μάχεται να βρει την  ειρήνη μέσα του και να απομακρύνει τον φόβο. Να κάνει τις καθημερινές του δουλειές χωρίς να ξεσπάσει  μπροστά στον πάγκο με τις  μπανάνες ή στη ουρά του πλυντηρίου αυτοκινήτων ή στην ουρά στο  ταχυδρομείο.

Ίσως δεν πενθούν το ξαφνικό, τραγικό θάνατο ενός γονέα. Τραυματισμένοι , εξαντλημένοι άνθρωποι  από τον πόνο βρίσκονται , παντού. Καθημερινά σκοντάφτουμε πάνω τους  - και όμως τις περισσότερες φορές δεν τους  αντιλαμβανόμαστε καν:

Γονείς των οποίων τα παιδιά είναι  άρρωστα, σε τελικό στάδιο .

Ζευγάρια εν μέσω διαζυγίου.

Άνθρωποι που θρηνούν την απώλεια αγαπημένων ή και  σχέσεων .

Παιδιά που εκφοβίζονται στο σχολείο.

Έφηβοι που θέλουν να τερματίσουν τη ζωή τους.

Άνθρωποι που θρηνούν την επέτειο θανάτου ενός  αγαπημένου .

Γονείς που ανησυχούν για την εφηβεία των παιδιών τους .

Σύζυγοι των οποίων οι σύντροφοι τους βρίσκονται  στον πόλεμο .

Οικογένειες που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά .

Μονογονείς  με λίγη βοήθεια και πολλή  έλλειψη ύπνο.

Όλοι θρηνούν και ανησυχούν και φοβούνται, και όμως κανένας από αυτούς δεν ΄΄φοράει  ΄΄ τα σημάδια. Κανένας από αυτούς δεν έχει μια φωτεινή ταμπέλα  και κανένας από αυτούς δεν έρχεται με γραπτή προειδοποίηση που να αναγράφει :

ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΙ . ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ

Και επειδή δεν το κάνουν , εξαρτάται από εσάς και από εμένα να κοιτάξουμε πιο  βαθιά στους γύρω μας: στη δουλειά ,στο βενζινάδικο ή στο τμήμα παραγωγής  και να μην υποθέσουμε ποτέ ότι δεν κρέμονται όλοι από μια κλωστή . Επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι κρέμονται από μια κλωστή, και η  καλοσύνη μας μπορεί να είναι  η κλωστή .

Πρέπει να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας πόσο σκληρές είναι οι κρυφές ιστορίες των γύρω μας και να προσεγγίσουμε κάθε άνθρωπο ως ένα ευαίσθητο, εύθραυστο, ανεκτίμητο θησαυρό - και να τον  αντιμετωπίσουμε με προσοχή .

Όπως βαδίζετε ανάμεσα  στον κόσμο σήμερα, οι άνθρωποι δεν θα φοράνε ταμπέλες   που  να ανακοινώνουν το  πένθος τους ή  να σας ενημερώνουν για την απώλεια τους ή να σας αναφέρουν ότι είναι τρομοκρατημένοι , αλλά αν κοιτάξετε με τα σωστά μάτια, θα δείτε το σημάδια.

Υπάρχουν θλιμμένοι άνθρωποι γύρω σας .

Άνθρωποι που πενθούν .

Να είστε  ευγενικοί!


John Pavlovitz


Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Υπέροχη ιδέα!


 


Στον Καναδά εφαρμόστηκε μια λαμπρή ιδέα
  - ενσωμάτωσαν τα γηροκομεία με τα  ορφανοτροφεία. 
Το αποτέλεσμα ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες!
Οι ηλικιωμένοι βρήκαν εγγόνια, τα ορφανά για πρώτη φορά ένιωσαν τι
 είναι γονική αγάπη και φροντίδα. 
Οι γιατροί σημείωσαν βελτίωση σε όλες
 τις ζωτικές λειτουργίες των ηλικιωμένων και έντονο ενδιαφέρον για τη ζωή.
Πριν από την άφιξη των παιδιών από το ορφανοτροφείο, οι ηλικιωμένοι μοιάζανε
 περισσότερο με μούμιες με θαμπά μάτια. Κάποιοι βρήκαν 
μια οικογένεια που δεν είχαν ποτέ, 
άλλοι ένιωσαν ξανά τη ζεστασιά του σπιτιού τους γεμάτη με εγγόνια.
  Μια εξαιρετική λύση για έξυπνους ανθρώπους που καταλαβαίνουν
 τι χρειάζονται τα παιδιά από ορφανοτροφεία και οι μοναχικοί ηλικιωμένοι.


Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2020

«Ο ζωγράφος του φθινοπώρου»

 Καθώς η φθινοπωρινή περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει, μπορούμε να απολαύσουμε πίνακες του Jasper Cropsey, που συχνά τον αποκαλούν και ως «Ο ζωγράφος του φθινοπώρου» λόγω των απίθανων πολύχρωμων φθινοπωρινών τοπίων του.


Jasper Francis Cropsey (1823-1900) γεννήθηκε στο Στάτεν Άιλαντ της Νέας Υόρκης και ήταν ζωγράφος του καλλιτεχνικού κινήματος του Hudson River School. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του εργάστηκε ως αρχιτέκτονας, ενώ παράλληλα ασχολούταν και με τη ζωγραφική, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Στη συνέχεια της ζωής του αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά μόνο με τη ζωγραφική.


Αυτή ήταν η δεκαετία του 1840, όταν η ζωγραφική τοπίου του καλλιτεχνικού κινήματος Hudson River School βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς της. Σύντομα έγινε εξαιρετικά δημοφιλής μαζί με άλλους μεγάλους Αμερικανούς ζωγράφους, όπως ο Thomas Cole και ο Frederick Edwin Church.  Ο Cropsey θα γνωρίσει επίσης και την παρακμή του κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Τότε, ο ζωγράφος θα επιστρέψει ξανά στην αρχιτεκτονική.


Jasper Francis Cropsey, In the Ramapo Valley, 1881. Private collection.


Jasper Francis Cropsey, Autumn on the River, 1877. Private collection.


                                  Jasper Francis Cropsey, An Autumn Morning, 1890. Private collection.






                                                                                                                Πηγή: culturenow.gr 

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

Οι αναμνήσεις μας σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες.




Ο γιος ρώτησε τον πατέρα του:
'' Πώς ζούσατε πριν χωρίς πρόσβαση στην τεχνολογία:
χωρίς ίντερνετ
χωρίς υπολογιστές
χωρίς τηλεόραση
χωρίς κλιματισμό
χωρίς κινητά τηλέφωνα; '' Η πιο όμορφη
Ο πατέρας απάντησε:
'' Ακριβώς όπως ζει η γενιά σου σήμερα:
χωρίς προσευχή
χωρίς συμπόνια
χωρίς τιμή
ασεβής
χωρίς ντροπή
χωρίς σεμνότητα
χωρίς να διαβάζω βιβλία.....
Εμείς οι άνθρωποι που γεννήθηκαν μεταξύ 1939 και 1985,
είμαστε ευλογημένοι.
Οι ζωές μας είναι ζωντανή απόδειξη αυτού:
παίζοντας και καβαλώντας ποδήλατα, ποτέ δεν φορέσαμε κράνη.
Δεν φοβόμασταν να πάμε μόνοι στο σχολείο από την πρώτη μέρα.
Μετά το σχολείο διασκεδάσαμε μέχρι τη δύση του ηλιοβασιλέματος.
Δεν βλέπαμε τηλεόραση ούτε μισή μέρα.
Παίξαμε με πραγματικούς φίλους όχι με φίλους
από το Διαδίκτυο.
Αν διψούσαμε ποτέ, πίναμε νερό βρύσης,
όχι από το μπουκάλι.
Δεν αρρωστήσαμε συχνά, αν και μοιραστήκαμε το ίδιο ποτήρι χυμό με τέσσερις φίλους.
Ποτέ δεν πήραμε κιλά, αν και τρώγαμε πολύ ψωμί κάθε μέρα
και πατάτες.
Έχουμε συνηθίσει να φτιάχνουμε τα παιχνίδια μας
και παίζοντας μαζί τους.
Μοιραστήκαμε τα παιχνίδια μας, τα βιβλία μας.
Οι γονείς μας δεν ήταν πλούσιοι Μας έδωσαν την αγάπη τους, μας έμαθαν να εκτιμούμε την πνευματικότητα, μας έδωσαν την έννοια των αληθινών ανθρώπινων αξιών - ειλικρίνεια, πίστη, σεβασμό, σκληρή δουλειά.
Ποτέ δεν είχαμε:
κινητά τηλέφωνα
DVD, PlayStation
Xbox βιντεοπαιχνίδια
laptops, internet chat.

'' Αλλά είχαμε πραγματικούς φίλους!"

Επισκέπτοντας το σπίτι ενός φίλου απρόσκλητοι, μας φιλοξένησε απλό και σεμνό φαγητό.
Οι αναμνήσεις μας ήταν σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες,
αλλά ήταν φωτεινά και πολύχρωμα, απολαύσαμε να περνάμε οικογενειακά άλμπουμ και με σεβασμό αποθηκεύουμε πορτρέτα των προγόνων μας.
Δεν πετάμε βιβλία στα σκουπίδια, σταθήκαμε στην ουρά για αυτά.
Δεν δώσαμε τη ζωή μας στο κοινό και μιλήσαμε για τη ζωή των άλλων με απόλαυση, όπως εσύ - δείχνοντας τη ζωή σου στο Instagram, συζητώντας δημόσια τα οικογενειακά σου μυστικά στα ΜΜΕ.
Είμαστε η μοναδική και πιο κατανοητή γενιά,
γιατί είμαστε η τελευταία γενιά που ακούει τους γονείς της
και η πρώτη γενιά που ακούει τα παιδιά της.
Είμαστε περιορισμένη έκδοση.

Μάθετε από εμάς!


 

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2020

Ο άνδρας και η γυναίκα.





Ο άνδρας είναι το ποιο εξυψωμένο των πλασμάτων. Η γυναικά είναι το πιο ύψιστο των ιδανικών.

Ο άνδρας είναι ο εγκέφαλος. Η γυναικά είναι η καρδιά.

Ο εγκέφαλος παράγει το φως.

Η καρδιά την αγάπη.

Το φως γονιμοποιεί, η αγάπη ανασταίνει.

Ο άνδρας είναι δυνατός στη λογική. Η γυναίκα είναι ανίκητη με τα δάκρυα.

Η λογική πείθει, τα δάκρυα συγκινούν.

Ο άνδρας είναι ικανός για όλους τους ηρωισμούς. Η γυναίκα για όλα τα μαρτύρια.

Ο ηρωισμός εξευγενίζει. Το μαρτύριο ανυψώνει.

Ο άνδρας είναι ένας κώδικας. Η Γυναίκα είναι Ευαγγέλιο.

Ο κώδικας διορθώνει, το ευαγγέλιο τελειοποιεί.

Ο άνδρας είναι ένας ναός, η γυναίκα είναι το ιερό.

Μπροστά στο ναό αποκαλυπτόμαστε, μπροστά στο ιερό γονατίζουμε.

Ο άνδρας σκέφτεται. Η γυναίκα ονειρεύεται.

Το να σκέφτεσαι είναι να έχεις μια νύμφη στα κρανίο. Το να ονειρεύεσαι είναι να έχεις ένα φωτοστέφανο στο μέτωπο.

Ο άνδρας είναι ένας ωκεανός. Η γυναίκα είναι μια λίμνη.

Ο ωκεανός έχει το μαργαριτάρι που στολίζει. Η λίμνη την ποίηση που θαμπώνει.

Ο άνδρας είναι αετός που πετά. Η γυναίκα είναι το αηδόνι που τραγουδά.

Το να πετάς είναι να κυριαρχείς το διάστημα. Το να τραγουδάς είναι να κατακτάς την ψυχή.

Τελικά ο άνδρας, είναι τοποθετημένος εκεί που τελειώνει η γη.

Η γυναικά εκεί που αρχίζει ο ουρανός….

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020

Το γόνατο.


photo: Dan Lior

Μερικοί δρόμοι δεν είναι της Συγνώμης. Είναι του Μίσους. Με λένε... Όχι δεν θα πω. Γιατί να πω; Ούτε εκείνον ήξερε κανείς πως τον λένε πριν γονατίσει.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ανήκουμε στους τυχερούς ανθρώπους της κατηγορίας μας. Στο Κάνσας από το παράθυρο του εσωτερικού κρεοπωλείου του μπαμπά κοίταζα τον δρόμο. Εμπορικός και με κόσμο. Ήμουν δεν ήμουν δεκαεπτά κι ο μπαμπάς ένα βράδυ είπε: "Όποιος δεν παίρνει τα γράμματα πρέπει να πάρει την ζωή από τα μαλλιά". Δεν διέκρινε ανάμεσα σε γιους και κόρες. Με έχωσε στην δουλειά. Έκοβα τα σφαχτά με τον μπαλτά. Το έμαθα και πρόκοψα. Με μεθούσε καμιά φορά το αίμα. Στο πρώτο αγόρι που γνώρισα το είπα. "Σφάζω". Με σήκωσε στα μακριά του χέρια και με πέταξε στο κρεβάτι. "Εγώ να δεις πως σφάζω" μου φώναξε. Κανείς δεν φανταζόταν πως ένα ισχνό, μαύρο κορίτσι θα μπορούσε να είναι ένα χαρισματικό χασαπάκι.

Μπορεί να γεννήθηκα στην Αμερική αλλά νοιώθω αφρικανή. Αυτό το είπα στον άλλο μου φίλο, ένα πανύψηλο γεροδεμένο άντρα που ήθελε να με πάρει μαζί του στην Μινεάπολις. Είχε έρθει στο κρεοπωλείο πελάτης και με είδε με τον μπαλτά. "Την παντρεύετε;" ρώτησε τον μπαμπά. "Είναι επικίνδυνη" απάντησε εκείνος, "μην την βλέπεις έτσι λιανή...". Δεν τον πίστεψε. Τον λέγανε Τζωρτζ και βγήκαμε έντεκα φορές. Τις μετρούσα γιατί τον ερωτεύτηκα. Αλλά η ζωή τα φέρνει αλλιώς. Πριν είκοσι τόσα χρόνια έριξα μαύρη πέτρα στην νόθα πατρίδα και πέταξα για το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Εκεί που γεννήθηκε ο μπαμπάς πριν μεταναστεύσει. Με παντρεύτηκε τελικά ένας καλοκάγαθος τύπος που δεν αγάπησα ποτέ, αλλά έκανα μαζί του 8 παιδιά και την μικρή μου κόρη. Έφυγα για να ζήσω στον Ινδικό. Από το παράθυρο του κρεοπωλείου που έστησα με τον Μάρκους στο Πλάττεμπεργκ βλέπω τον ωκεανό. Εγώ σφάζω, ο Μάρκους τα πουλάει. Και ζούμε.

Ούτε νοστάλγησα, ούτε επιθύμησα, ούτε περίμενα κάτι μετά τον Τζωρτζ. Ήξερα όταν τον άφηνα πως θα δεθώ με μια κανονικότητα. Μαζί του θα ήτανε δύσκολο να είμαι ο εαυτός μου. Δύο πράγματα με κράτησαν. Η Αφρική και ο Θεός. Πήγαινα κάθε Κυριακή στην Εκκλησία και ξέπλενα μπροστά Του το αίμα των κρεάτων. Με κοιτούσε από τον ουρανό. Κι εγώ από το Παράθυρο του Ναού που έβαζε μέσα το πολύχρωμο φως Του. Αυτό το ένοιωθα σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου πράξη. Και το ότι πατούσα στα προγονικά μου σε Αυτόν το όφειλα. Τα παιδιά τα μεγάλωσα με την βεβαιότητα πως ο Θεός θα είναι ο καλύτερός τους φίλος. Την μικρή μου κόρη την πάντρεψα 15 χρονών τα Χριστούγεννα. Έφυγε με τον χοντρό της άντρα για την Μινεάπολις. Εκεί που θα ζούσα κι εγώ με τον Τζωρτζ. Της είπα να πάει να τον βρει. Πήγε.

- Μαμά σε θυμάται, μου είπε 24 Μαΐου στο τηλέφωνο, και σ’ αγαπάει ακόμη…
- Το ξέρω, της απάντησα, κι εγώ πες του.
Μου ‘πε πως είχε κάνει φυλακή, γάμο, παιδιά, διαζύγιο, πως είχε μείνει παιδί, πως, πως, πως…
Την άλλη μέρα με πήρε κι έτρεμε, την άκουγα να τρέμει. Άνοιξε τηλεόραση, μου είπε, ο Τζωρτζ πεθαίνει.
Το βιντεάκι σε λίγες μέρες είχε κάνει τον γύρο του κόσμου. Τέσσερεις λευκοί αστυνομικοί ακινητοποίησαν μέρα - μεσημέρι σε κεντρικό δρόμο της πόλης έγχρωμο άντρα κι ο πιο θυμωμένος από τους τέσσερεις τον στραγγάλισε. Με το γόνατό του. Ο φόνος βιντεοσκοπήθηκε από ένα κορίτσι που περνούσε από εκεί. Και μετά απαγγέλθηκαν κατηγορίες, ξέσπασαν κινητοποιήσεις παντού στον κόσμο, όπου υπάρχουν κοινότητες έγχρωμων όπως εγώ, που λούζονται πότε - πότε από το πολύχρωμο φως των ναών και των θεών που πιστεύουν. Ήταν ο Τζωρτζ. Που την προηγούμενη μέρα είχε μάθει για μένα κι εγώ γι αυτόν. Ξανά.

Την τέχνη μου την ξέρω καλά. Ερχόταν κάθε Σάββατο, να πάρει κρέας για την οικογένειά του. Ήσυχος άνθρωπος με τρία παιδιά. Και δεν μισούσε τους μαύρους. Λευκός. Κι αστυνομικός. Τα Σάββατα δεν δούλευε κι έκανε τζόκινγκ με φόρμα. Μετά ψώνιζε και γύριζε σπίτι με βήμα γοργό. Ερχόταν δέκα λεπτά πριν το κλείσιμο. Δεν μου ήταν δύσκολο. Τράβηξα τις κουρτίνες στο μαγαζί να μην φαίνεται ο ωκεανός. Κι ούτε ο ουρανός με τα χρώματά του να μπαίνει μέσα.
- Να σας δείξω το κιλότο, του είπα. Είναι φρεσκότατο.
Τον οδήγησα στα ψυγεία. Εκεί είναι σκοτεινά. Του έφερα μια με τον μπαλτά στην μέση του κρανίου. Δεν πρόλαβε τίποτα. Αίμα γέμισε ο τόπος παντού. Έτρεξα γρήγορα κι έβαλα έξω από την πόρτα "ΚΛΕΙΣΤΟΝ". Τέσσερεις ώρες μου πήρε να τον τεμαχίσω. Τον έβαλα στο πίσω ψυγείο. Γύρισα σπίτι πτώμα. Ο Μάρκους με ρώτησε: "Πονάς ακόμα;" Τον κοίταξα μέσα στα μάτια. "Αύριο, το πρωί" του είπα, "θέλω να με συνοδέψεις μέχρι την Εκκλησία".

Την Δευτέρα ο ανυποψίαστος Μάρκους τον πούλησε όλον σε μια εταιρεία που έρχεται να προμηθευτεί απομεινάρια ζώων για να ταΐζει άλλα ζώα σε ένα πάρκο με πούμα και λεοπαρδάλεις. Πληρώθηκε καλά.
- Πότε αγόρασες τόσο πολύ και χρήσιμο κρέας, με ρώτησε ο Μάρκους, μετρώντας τα λεφτά.
- Το Σάββατο, το απόγευμα, του είπα. Γι' αυτό άργησα να γυρίσω.
Ξαφνικά το μάτι του έπεσε πάνω σε ένα κόκκαλο.
- Αυτό; μου είπε, γιατί δεν το δώσαμε;
- Είναι το γόνατο, του απάντησα, κι ούτε να το βράσεις δεν αξίζει.
Πήγα και τράβηξα τις κουρτίνες που είχα ξεχάσει από το Σάββατο κλειστές. Ο ωκεανός είχε ένα γκρι μπλε χρώμα, σαν να είχε καθίσει από πάνω του ένα βαρύ σύννεφο. Παράξενο. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Και φυσούσε. Μανιασμένα φυσούσε.

Μερικοί δρόμοι δεν είναι της Συγνώμης. Είναι του Μίσους.
Ας με συγχωρέσει ο Θεός.

στην μνήμη του George Floyd



Αλλοδαπός.

  Αυτό το βράδυ έβρεχε παντού. Ένα κουδούνισμα διέκοψε τη νύχτα Φαντάστηκα το αποψινό άλλοθι της αχάριστης, ποτέ το μουσκεμένο φάντασμα του ...