Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Θυμάσαι Μάνα;



Α ρε μάνα.
Αφέθηκα στα παραμύθια σου,
σε εκείνα που έκλειναν οι πληγές με την φωνή σου.
Θυμάσαι Μάνα;
"Φυλάξου μου έλεγες,θα έρθει ο μπαμπούλας",
μα ποτέ σου δεν μου τον έδειξες
μου λεγες ..."μην φοβάσαι εγώ εδώ είμαι".
Την νεράιδα Μάνα την θυμάσαι;
Αυτή που το δόντι θα μου έπαιρνε;
Ποτέ μου Μάνα δεν την είδα.
"Γιατί;" σε ρώταγα.
"Θα μεγαλώσεις" μου έλεγες "και θα καταλάβεις".
Όχι ρε Μάνα δεν κατάλαβα.
Ακόμα προσπαθώ.
Μαζί περίμενα να μεγαλώσουμε
στο πλάι σου να καταλάβω.
Δεν περπάτησα μόνη μου,εσύ με κρατούσες.
Και χτύπαγα Μάνα και μου λεγες "δεν πειράζει μεγαλώνεις"
Μα ακόμα χτυπάω Μάνα και πονάει πιο πολύ.
Η ψυχή είναι που στάζει αίμα Μάνα η ψυχή.
Η πόρτα μας δεν χτυπά συχνά πλέον Μάνα
παιδιά δεν παίζουν έξω από αυτήν,
και στον καθρέφτη χθες η απουσία σου με κέρασε μια άσπρη τρίχα.
Δεν τις μπορώ τις αλήθειες άλλο ρε Μάνα.
Θέλω πίσω των παραμυθιών την αγκαλιά σου.
Είναι και εκείνος ο γιατρός που κάπως μου τα είπε....δεν θυμάμαι.
Φοβάμαι ρε Μάνα όταν λείπεις.
Γαμώτο ρε Μάνα....
έλα να το φιλήσεις να περάσει.....


Π. Στυλιανόπουλος

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

“Η Μάνα”




Είπαν του ήλιου “γιορτάζει η μάνα” 
κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει. 
Είπαν της θάλασσας “γιορτάζει η μάνα” 
κι αμέσως έγινε η φουρτούνα γαλήνη. 
Το ‘μαθαν τα πουλιά, “γιορτάζει η μάνα” 
και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.
Το ‘μαθαν τα άνθη, “γιορτάζει η μάνα” 
και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα. 
Τ’ άκουσε η βροχή, αλλά δεν έκλαψε δάκρυ 
δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα. 
Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα 
πείτε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα σας
πριν γίνει φωτογραφία στο κάδρο,


Καθυστέρησα λιγάκι, 
να ξέρεις μου λείπεις... 
Τώρα πιο πολύ από ποτέ...

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Ένα έρημο άνθος



Ένα έρημο άνθος

Βαθύτερο ἀπο την αγάπη και την ταραχή
πού φέρνει μέσ᾿ στο στήθος η επιθυμία
ζει στο θαλάσσιο βράχο ἕνα άνθος ολομόναχο.
Ποια φωνή το κυρίευσε και μοιάζει σαν να δείχνει
την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα...
Είναι βγαλμένο στους κινδύνους τής χαράς
αμέριμνο σαν ιδέα.


Νίκος Καρούζος

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Πόνεσα πολύ μαμά..





Γερνάω μαμά.
Μέσα στον καθρέφτη μου δεν βλέπω εμένα πια.
Εσένα βλέπω.

Τις νύχτες συνήθως κρυώνω μαμά..
Δεν σκεπάζομαι μήπως έρθεις και με βρεις έτσι όπως οταν ήμουν μικρή και νιώσω τα χέρια σου να μου χαϊδεύουν το μέτωπο.

Φοβάμαι μαμά..
Όλοι ήρθανε στην ζωή μου για να πάρουνε.
Με κάνανε κομμάτια και με μοιραστήκανε.
Κανένας δεν ήρθε για να δώσει.
Έχει μείνει ακόμα πάνω μου ένα μικρό κομμάτι που μαρτυρά ότι είμαι ακόμα άνθρωπος.
Το φυλάω γερά μήπως έρθει κάποιος να με αγκαλιάσει να του τα χαρίσω..
Να έχω και εγώ κάτι να του δώσω.

Γερνάω μαμά..
Ήθελα βλέπεις να τα δώσω όλα, να τα ζήσω όλα, να τα σκοτώσω όλα, να τα αναστήσω πάλι.
Πάντα ήμουνα εκείνη που τα έκανε μόνη της όλα.
Όμως αρνούμαι να με υπερασπιστώ, δεν θέλω να με αθωώσει κανείς.
Να με αγαπήσει θέλω.
Να με πονέσει.
Και όσο εγώ το λαχταρούσα αυτό, τόσο μου τρυπούσαν όλοι σαν αγκάθια το σωμα μου.
Δεν κατάλαβαν ποτέ τους μαμά.
Αυτό το παράπονο έχω.

Πόνεσα πολύ μαμά..
Πέρασαν χρόνια ολόκληρα έχοντας μεσα μου μια καταραμένη καρδιά που με ξεγελούσε.
Τυφλή ήταν απο την γέννηση της και με ανάγκαζε εγώ να την οδηγώ.
Είμαστε χρόνια σε έναν βουβό πόλεμο εμείς οι δύο.
Εγώ ζω ακόμα γιατί αυτή η χαζούλα χτυπάει, πριν το μυαλό μου κάνει τους υπολογισμούς του.

Στην διαδρομή έπεσα κάτω πολλές φορές.
Μερικές από αυτές μαράθηκε το σώμα μου περιμένοντας, ενώ η ψυχή μου χόρευε πιο ‘κει ανάλαφρη.
Αλλού ξάπλωνε η σκιά μου να ξαποστάσει και αλλού χαϊδεύανε τις πληγές μου ξένα χέρια και τις φιλούσαν ξενα σώματα.

Γερνάω μαμά..
Ήσυχα και με την ακρίβεια ενός ρολογιού γίνομαι εσύ.
Σαν να έχασαν τα όμορφα τριαντάφυλλα στον κήπο σου το κόκκινο τους χρώμα.
Σαν να έγειραν λυπημένες οι τουλίπες σου στο χώμα.

 Μπέττυ  Κούτσιου


Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Ο μύθος της Αμυγδαλιάς και της άνοιξης




Ο μύθος της Αμυγδαλιάς και της άνοιξης

 Ήταν κάποτε στη Θράκη, μια πανέμορφη πριγκίπισσα, η Φυλλίς, η οποία ερωτεύτηκε το γιο του Θησέα, τον Δημοφώντα...
Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν, όταν το καράβι του νεαρού Αθηναίου Δημοφώντα επέστρεφε από την Τροία... 
Παντρεύτηκαν, αλλά μετά από λίγο καιρό ο νεαρός Αθηναίος νοστάλγησε την πατρίδα του κι η ερωτευμένη πριγκίπισσα μην αντέχοντας να τον βλέπει στεναχωρημένο, τον άφησε να γυρίσει πίσω κι αν την αγαπούσε πραγματικά θα ξαναγύριζε και τότε θα ήταν πραγματικά και ειλικρινά δικός της...
Έτσι κι έγινε κι η ερωτευμένη Φυλλίς έμεινε μόνη να περιμένει τον εκλεκτό της για χρόνια, ώσπου μαράζωσε και πέθανε από τη θλίψη της...
Όμως οι θεοί που ήξεραν την ιστορία της, την μεταμόρφωσαν σε δέντρο, για να μπορεί να περιμένει για περισσότερα χρόνια τον αγαπημένο της...
Έτσι η ερωτευμένη γυναίκα, δεν πέθανε, αλλά έγινε το δέντρο που έμελλε να γίνει σύμβολο της ελπίδας... η Αμυγδαλιά!
Έλεγαν λοιπόν, ότι μετά από χρόνια και όταν ο Δημοφώντας επέστρεψε στη Θράκη, βρήκε την αγαπημένη του και πιστή γυναίκα, όχι περιστοιχισμένη από μνηστήρες, αλλά ένα ξερό δέντρο δίχως φύλλα στη μέση του παγωμένου τοπίου...
Απελπισμένος και γεμάτος τύψεις, αγκάλιασε τον κορμό της και τότε εκείνη πλημμύρισε ανθούς στη μέση του χειμώνα, νικώντας το θάνατο!
Η ψυχή της βασιλοπούλας ένιωσε χαρά με το γυρισμό του Δημοφώντα, μα δεν ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή της...
Έμεινε δέντρο και κάθε χρόνο, στολίζεται με κάτασπρα λουλούδια!

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

Ο αιώνιος διάλογος... ο διάλογος δεν είναι αιώνιος.





Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ


Κι ο άντρας είπε: πεινώ.

Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.

Κι ο άντρας απόφαγε.

Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.

Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.

Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.

Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.

Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.

Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.

Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.

Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.

Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.

Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.

Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.

Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.

Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.

Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.




Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ


Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.

Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή.

Χιόνιζε.

Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε απ' το παράθυρο.

Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει το λίγο φαΐ που' χε απομείνει.

Όταν πλάγιασαν ο άντρας της χούφτωσε τα στήθεια.

Ήθελε να ξεχάσει.

Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει.

Μα ήταν νέα ακόμα.

Τελείωσαν

Χωρίς κάν να φιληθούν.

Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά μές στο σκοτάδι

κι αποκοιμήθηκε .

Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας στην άκρη της κάμαρας, απόμερα έκλαψε.

Έξω, όλο χιόνιζε.





Τάσος Λειβαδίτης



«Μητέρα», «Έρωτας», «Θεός»,



Λέξεις μοσχοβολημένες, όπως 
«Μητέρα», «Έρωτας», «Θεός», 
οξυγονώνουν ακόμα το αίμα μου 
και μπορώ κι 
ανασαίνω 
λέξεις μονάκριβες, πολύτιμες, τρυφερές,  
«Ελπίδα», «Αγάπη», «Όνειρο»,  
κουρνιάζουν στα χείλη μου - πουλιά 
κελαηδώντας ακόμα. 

Μ' αυτές στολίζω τη φωνή 
χορταίνω την πείνα μου 
φέγγω τα σκοτάδια 
πραΰνω τους πόνους, πλουτίζοντας 
την ένδεια των καιρών 
με τη μουσική τους 
τα θεριά ημερώνω που γυρεύουν 
το αίμα μου ουρλιάζοντας 
σταυρώνω τις νύχτες το προσκεφάλι μου 
ξορκίζοντας 
το κενό

Λένα Παπά


Θυμάσαι Μάνα;

Α ρε μάνα. Αφέθηκα στα παραμύθια σου, σε εκείνα που έκλειναν οι πληγές με την φωνή σου. Θυμάσαι Μάνα; "Φυλάξου μου έλεγες,θα έ...