Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

Τα χέρια Μ. Γκανάς.



Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

imageΆνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

. . . . .
Μιχάλης Γκανάς.
Από το βιβλίο «Γυναικών-μικρές και πολύ μικρές ιστορίες» 
εκδόσεις Μελάνι.

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Ένα χρόνο χωρίς τον Μάνο Ελευθερίου.



Ο Συριανός Μάνος Ελευθερίου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς
με πολυσχιδές έργο: στιχουργός τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ, ποιητής, μυθιστοριογράφος,
συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ιστορικός, ζωγράφος και επιμελητής φωτογραφικών άλμπουμ.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2014 στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, έλεγε μεταξύ άλλων για τη δουλειά του:
«Ποιο είναι, όμως, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία; Όσα μας συμβαίνουν είναι απείρως
πιο σημαντικά από όσα γράφουμε - αλλά δεν τα υπολογίζουμε.
Όταν γράφω για ένα ζήτημα που με καίει, νομίζω πως θα βγει κάτι καλό -μια μπαλάντα,
ας πούμε-αλλά σιγά-σιγά αρχίζω να αρρωσταίνω.
Έχω εδώ και πολλά χρόνια την εντύπωση πως γράφω μέσα σε μιαν ομίχλη.
Χωρίς να με κυνηγάει κανενός το αίμα, όποτε γράφω, ζω τις νύχτες του Μακμπέθ.
 Κακά, όμως, τα ψέματα: γράφω γιατί έτσι δίνω παράταση στη ζωή μου».



Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1938 στην Ερμούπολη της Σύρου, για την οποία έγραψε και απεικόνισε συχνά στα έργα του. Το 1952 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και το 1955, γνωρίστηκε με τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος τον παρότρυνε να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής ως ακροατής στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έναν χρόνο αργότερα γράφτηκε στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Σταυράκου.

Tο πρώτο ποίημα με τίτλο «H τελική λύση» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nέα Πορεία» τον Μάρτιο του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε σε ποιητικό διαγωνισμό του φοιτητικού περιοδικού «Πανσπουδαστική» με μέλη της κριτικής επιτροπής τους ποιητές Γιάννη Ρίτσο, Νικηφόρο Bρεττάκο, Οδυσσέα Ελύτη και τον κριτικό Ανδρέα Καραντώνη.

Το 1962 και ενώ υπηρετούσε την θητεία του στα Γιάννινα έγραψε τους πρώτους στίχους, ανάμεσα στους οποίους είναι και «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Τον Οκτώβριο του 1963 ξεκίνησε να εργάζεται στο περιοδικό «Reader's Digest», όπου και παρέμεινε για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια. Την διετία 1964-1965 εξέδωσε τις δύο πρώτες συλλογές διηγημάτων του με τίτλους «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή».

Το 1964, πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική δισκογραφία με το τραγούδι «Ρημαγμένοι κήποι (Το σπίτι γέμισε με λύπη)» που μελοποίησε ο Χρήστος Λεοντής και ερμήνευσε η Έφη Παναγιώτου. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Δήμο Μούτση («Άγιος Φεβρουάριος») και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, στον δίσκο «Θητεία» («Τα λόγια» και τα χρόνια», «Μαλαματένια λόγια», «Παραπονεμένα λόγια»), του οποίου η ηχογράφηση άρχισε τον Νοέμβριο του 1973, διακόπηκε από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τελικά κυκλοφόρησε το 1974. Έγραψε στίχους για πάνω από 400 τραγούδια, τα οποία μελοποίησαν συνθέτες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις («Η μπαλάντα του οδοιπόρου»), ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιώργος Ζαμπέτας («Μου `δωσες τον ουρανό»), ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Αντώνης Βαρδής και ο Γιώργος Χατζηνάσιος.



Μεταξύ των μεγάλων επιτυχιών του Μάνου Ελευθερίου περιλαμβάνονται τα τραγούδια: «Το παλληκάρι έχει καημό» (Μίκης Θεοδωράκης), «Κάτω απ' τη μαρκίζα» (Γιάννης Σπανός), «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» (Σταύρος Κουγιουμτζής), «Άμλετ της Σελήνης» (Θάνος Μικρούτσικος), «Είναι αρρώστια τα τραγούδια» (Σταύρος Ξαρχάκος), «Έρημοι σταθμοί» (Διονύσης Τσακνής), «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» (Ηλίας Ανδριόπουλος), «Η διαθήκη» (Χρήστος Νικολόπουλος), «Μη χτυπάς σ' ένα σπίτι κλειστό» (Λουκιανός Κηλαηδόνης) και «Ατέλειωτη εκδρομή» (Θανάσης Γκαϊφύλλιας).

Ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε και εικονογράφησε παραμύθια για παιδιά και επιμελήθηκε την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, όπως τα «Ενθύμιον Σύρας» και το τετράτομο «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ο αιώνα, 1901-1921». Τη δεκαετία του 1990 έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές στο δημοτικό ραδιόφωνο της Αθήνας («Αθήνα 9, 84») και στο «Δεύτερο Πρόγραμμα» της ΕΡΤ.

Το 1994 εξέδωσε την πρώτη του νουβέλα με τίτλο «Το άγγιγμα του χρόνου» και το 2004 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ο καιρός των χρυσανθέμων», που σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και το 2005 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Το 2013 βραβεύτηκε για τη συνολική προσφορά του στα γράμματα από την Ακαδημία Αθηνών.

Διετέλεσε διευθυντής σύνταξης του φιλοσοφικού περιοδικού «Δευκαλίων» και για μεγάλο διάστημα υπεύθυνος και επιμελητής εκδόσεων του εκδοτικού οίκου «Γνώση». Ήταν μέλος της Eταιρείας Συγγραφέων.

Ο Μάνος Ελευθερίου πέθανε στις 22 Ιουλίου 2018, σε ηλικία 80 ετών, από ανακοπή καρδιάς.



Τις παραισθήσεις μου, γιατρέ, που έχω δεθεί
δεν τις ελέγχω και το σώμα να  λυθεί.
Βλέπω οράματα και ψάρια και στρατούς
Και τους λαούς, σκυμμένους και  γονατιστούς.
Δεν ξέρω πως, γιατί φωνάζω τους νεκρούς
και τους μιλάω για τους δύσκολους καιρούς.

Εκείνοι αόρατοι, γιατρέ, και δεν μιλούν.
Πίσω από την πλάτη μου κρυφά χαμογελούν.
Ποια αμαρτήματα πληρώνω και ποια ντροπή,
η αμαρτία μου ήταν μόνο η σιωπή.

Γιατρέ μου πια το φως μου λιγόστεψε πολύ.
Ή δεν υπάρχεις  ή δεν έχεις εντολή
Να δίνεις χάπια και  σιρόπια και θηλιά
προτού ακουστεί κι τελευταία πιστολιά.

Τι γέγραπται στο σώμα μου και τι εις την ψυχήν
Απόκρησον, φυγάδευσον  του Άδου την ισχύν.
Έχω συμπτώματα βαριά των αναμνήσεων.
Της τηλεόρασης, των φίλων, των ειδήσεων.

Γιατρέ τουλάχιστον δεν θέλω να πονώ.
Θα σου χαρίσω ένα κομμάτι ουρανό
Είναι παλιό από καιρούς Βυζαντινούς
Όταν μιλούσαν τα πουλιά στους ταπεινούς.
Ότι μπορείς στον κόσμο ετούτο τον χρυσό
στον κόσμο που έχουμε κι δυο μισό  μισό.

Γιατρέ, ποιος άγγελος θνητός θε να νοιαστεί
για να ρωτήσει και για μας το πώς και τι;
Πόσα κορμιά αλέθει τούτη η μηχανή
Και ποιος μας δίκασε ισόβια ποινή;

Τσογλάνια, αλήτες και ρουφιάνοι στις γωνίες
φορούν παράσημα χρυσά για ρουφιανιές.
Το μέλλον έρχεται θολό κι απατηλό
κι εγώ τους στίχους μου στο τίποτα πουλώ.
Αυτά μ’ αρρώστησαν, γιατρέ, με κυνηγούν
μ’αυτά πορεύτηκα κι’ αυτά με αιμορραγούν.







πηγή .sansimera.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Πέτρινες ζωγραφιές!



Ίσως οι "πέτρινες ζωγραφιές" δεν είναι η καλύτερη
 φράση για να περιγράψω τα εκπληκτικά έργα τέχνης 
του Stefano Furlani, 
αλλά είναι τόσο ασυνήθιστα που απλά δεν ήξερα πως να τα ονομάσω.
 Ο Ιταλός καλλιτέχνης αναζητά γεωμετρικά κατάλληλες πέτρες στην παραλία
 και  φροντίζει να δημιουργούν πολύπλοκες συνθέσεις.


Ο Stefano Furlani ανακάλυψε αυτή τη συναρπαστική
 μορφή τέχνης ενώ έπαιζε με τον γιο του Davide, 
όταν ήταν τριών ετών. 
έψαχναν στην παραλία για περίεργες πέτρες
 και στη συνέχεια έδιναν
κάθε είδους σχήματα και σχέδια,
 στην άμμο, κάτω από μια ομπρέλα. 


Καθώς ο χρόνος πέρασε και οι δύο βελτιώθηκαν
 σε αυτό το παιχνίδι, 
άρχισαν να δημιουργούν όλο και πιο περίπλοκα 
και λεπτομερή έργα τέχνης 
και σε ένα σημείο ο Stefano άρχισε να αισθάνεται 


απογοητευμένος που τα έργα τέχνης
 που ο ίδιος και ο γιος του είχαν
 δουλέψει τόσο σκληρά για να δημιουργήσουν
 έχουν ξεπλυθεί από τη θάλασσα ή  έχουν 
καταπατηθεί από άλλους ανθρώπους. 


Έτσι άρχισε να δημιουργεί αυτές τις πέτρινες 
συνθέσεις σε σκληρούς καμβάδες 
και να τους συντηρεί  κατάλληλα
ως έργα τέχνης.


Ενώ μερικές από τις πέτρινες συνθέσεις του
 Stefano Furlani μπορεί να φαίνονται 
απλοϊκές με την πρώτη ματιά, μια προσεκτική 
επιθεώρηση  αποκαλύπτει 
πόσο καλά ταιριάζουν οι πέτρες, 
πράγμα που υποδηλώνει
 ότι ο καλλιτέχνης
 επενδύει πολύ χρόνο στην εξεύρεση 
του τέλειου συνδυασμού. 


Και δεν είναι μόνο το σχήμα και το μέγεθος
 των λίθων που πάντα φαίνεται 
να έχει κατά νου, αλλά και το χρώμα τους,
 που κάνει μερικά από τα έργα του να 
μοιάζουν με πραγματικούς πίνακες.


Παρόλο που ο καλλιτέχνης δεν αποκαλύπτει πόσο
 ένας από αυτούς
 τους πίνακες ζωγραφικής χρειάζεται για να ολοκληρωθεί,
 φαίνεται σαν επίπονη δουλειά, γι 'αυτό θα στοιχημάτιζα
 ότι τα πιο σύνθετα κομμάτια του  πήραν μέρες, 
αν όχι εβδομάδες για να τελειώσουν.


Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Επειδή είναι μητέρα.





«-Έκοψε το ψωμί σε δύο κομμάτια και τα έδωσε
στα παιδιά, που τα έφαγαν λαίμαργα.
-Δεν κράτησε καθόλου για τον εαυτό της, γρύλισε ο λοχίας.
-Επειδή δεν πεινάει, είπε ο στρατιώτης.
-Επειδή είναι μητέρα, είπε ο λοχίας». 


Victor Hugo


Χρόνια πολλά σε όλες τις μανούλες 
του κόσμου..!!


Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

ΤΟ ΜΠΟΝΖΑΪ - ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ




Λουλούδια στο σπίτι δεν ξανάφερα, πάει χρόνος. 
Από τότε που έφυγε και της πήγα τ' αγαπημένα της αγριολούλουδα στον τάφο, μάζεψα ακόμη και τις γλάστρες της και τις χάρισα στη γειτονιά. 
"Ποτέ λουλούδι εδώ ξανά" είπα στα παιδιά μου. "Τώρα η γιαγιά σας είναι στα χώματα και στα χώματα θα ανθίζουνε οι μαργαρίτες της".
 Μοναχή μου πια θα μεγάλωνα πέντε παιδιά. Το καθένα τους ένα λουλουδάκι. Μου έφτανε αυτό. Όχι που δεν αγαπούσα τα λουλούδια, αλλά την Άνοιξη πια δεν την ήθελα. 
Απρίλη μήνα έφυγε. 
Κάτω στο κηπάκι την βρήκαμε πεσμένη. Είχε κάτι μαργαρίτες, πολύχρωμες και σπάνιες και τις φρόντιζε. 
Τον τσιμέντωσα και τον κήπο, να βάζει το αμάξι ο Γιώργος που το άφηνε στο πεζοδρόμιο καβάλα. Ίσα που το χώραγε.
 "Τα Γκαράζ και τα τσιμέντα καταστρέψανε αυτήν την πόλη", είπε ένας από απέναντι όταν το έφτιαχνα.
 "Ναι γκαράζ, γιατί όχι;" του απάντησε η γειτόνισσα, "εδώ όλη την Αθήνα την τσιμεντώσανε το '60 το γκαράζ της Έλλης στα Σούρμενα θα καταστρέψει την πόλη;" 
Ο Γιώργος δεν μου ξανάφερε ούτε φύλλο. Τον όρκισα.
Ένα μπονζάι κρατούσε η μικρή στο δωμάτιό της κι εκείνη το 'βλεπε, εκείνη το πότιζε, εκείνη το κουμάνταρε.
 "Είναι η γιαγιά μου" είχε πει μετά την κηδεία "και δεν θα μου το πάρετε". 
"Η γιαγιά σου πέθανε' της πέταξα σκληρά. Έβαλε τα κλάματα. Ήμουν αδέξια με τα παιδιά. Η μάνα μου όχι. 
Την λάτρευαν. Εγώ ήθελα χρόνο να ταξιδεύω, να σπουδάζω, να παντρεύομαι, να χωρίζω. 
Η μικρότερη μου, που έχει και το όνομά της, γεννήθηκε χωρίς να μάθει ποτέ τι θα πει πατέρας. Στα 5 της ήρθα ένα βράδυ στο σπίτι με τον Γιώργο.
 "Τον αγαπάω" τους είπα. "Και θέλει να μείνει εδώ μαζί μου, θέλετε;" Οι δύο μεγάλες οι δίδυμες, τον είπανε μπαμπά την άλλη μέρα. 
Ο Πέτρος, ήτανε 9 και τον κάλεσε να πάνε για μπάλα και θα μας έλεγε μετά. Είπε "ΟΚ".
 Η τέταρτη, από τον δεύτερο γάμο μου, στον μήνα τον δέχτηκε, κυρίως γιατί την πηγαινοέφερνε στο Ωδείο. 
Η μικρή Μαργαρίτα του είπε: "Αν σε διώξει, μην κλαις μετά." Ότι δηλαδή θα του έλεγε κι η μάνα μου, που σώπαινε σίγουρη. 
Τέσσερις μήνες είμαστε μαζί όλοι κι ήτανε καλά. 
Μα μόλις έφυγε ο χειμώνας η Μαργαρίτα η μάνα μου - ακόμη και το όνομά της σαν τα λουλούδια της - δεν θα ήτανε μαζί μας πια. 
Το μπονζάι - Μαργαρίτα μεγάλωνε σε ένα σπίτι χωρίς παρέα. Χτες το πρωί η μικρή Μαργαρίτα βγαίνει από το δωμάτιο γεμάτη χαρά. 
"Έβγαλε ανθό!" φώναξε. 
"Στον ύπνο σου το είδες" της είπε ο Πέτρος.
"Έλα να δεις".
Ο Πέτρος βγήκε από το δωμάτιο κρατώντας το μπονζάι - Μαργαρίτα προσεκτικά στις χούφτες του. 
Μια κατακίτρινη μαργαρίτα είχε ξεφυτρώσει από τον κορμό του, κάτω, σχεδόν κοντά στην ρίζα, αλλά πάνω του. 
Όλοι το κοιτάζαμε και δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε πως πάνω σε έναν κορμό ενός μπονζάι σε ένα σπίτι που
δεν αγαπάνε τα λουλούδια πια μια μαργαρίτα είχε ανθίσει σε μια νύχτα. 
"Να ζήσεις μαμά," μου είπανε οι δίδυμες, είναι 8 Μαΐου, 380 μέρες απ' όταν έφυγε η γιαγιά και είναι και η μέρα της μητέρας.
Έκλαιγα. 
Κατέβηκα κάτω πήρα τον γκασμά και με τα χέρια μου έσπασα τα μισά τσιμέντα. Αύριο θα ξαναβάλουμε χώμα στον κήπο, είπα στα παιδιά. 
Και θα φυτέψετε ότι θέλετε. Ο Γιώργος μου χαμογέλασε. 
Όταν τα σκέπαζα για καληνύχτα η μικρή μου ψιθύρισε: "Η γιαγιά σε αγαπάει τώρα". Την φίλησα. 
Και την σκέπασα με το παπλωματάκι που είχε πάνω του χίλιες μαργαρίτες. Το μπονζάι - Μαργαρίτα στο παράθυρό της είχε από ώρα κοιμηθεί ήσυχο. 
Η Μαργαρίτα του άστραφτε στο φως του χλωμού φεγγαριού. Ξύπνια ακόμη. Με κοιτούσε. Πλησίασα. Της χάιδεψα ένα πέταλο. 
"Κοιμήσου, μαμά," της είπα. "Είναι ώρα! 
Κοιμήσου κι εσύ! Αύριο θα ξαναζωντανέψει ο κήπος σου".

Στην Teresa


Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

Μέχρι να μάθουμε να ζούμε.




Πόσα χελιδόνια πέταξαν πάνω απ' τα κεφάλια μας
χωρίς να σηκώσουμε το βλέμμα στον ουρανό;
Πόσα λουλούδια άνθισαν δίπλα μας
κι εμείς ανυποψίαστοι
συνεχίζαμε τη ρουτίνα μας;
Πόσα τραγούδια της άνοιξης ακούστηκαν
μα είχαμε κλειστά τα αυτιά μας;

Πόσα χρώματα άλλαξε ο ουρανός
όσο ήμασταν κλεισμένοι στον εαυτό μας;
Πόσα ταξίδια ματαιώσαμε;
Πόσους νέους κόσμους αρνηθήκαμε να γνωρίσουμε;
Πόση ζωή ξοδέψαμε μέχρι να μάθουμε να ζούμε;
Πόσα σπουδαία πράγματα προσπεράσαμε βιαστικά;
Πόσα θαύματα αρνηθήκαμε να ζήσουμε;
Σε πόσα όνειρα κλείσαμε την πόρτα;

Γιατί τους αφήσαμε να μας πείσουν
ότι ο χειμώνας θα κρατήσει για πάντα.


Νίκος Σουβατζής
από τη συλλογή Χειμερινή ισημερία, 2019


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Γιατί οι σκύλοι ξέρουν ν’ αγαπούν χωρίς επειδή. Αγαπούν παρ’ όλο.



Κάπου, κάποτε διάβασα πως αν όλοι γινόμασταν οι άνθρωποι που οι σκύλοι μας νομίζουν πως είμαστε, ο κόσμος θα ήταν ένα καλύτερο μέρος. Γιατί απ’ όλα τα πλάσματα στη γη, ανιδιοτελώς ξέρουν να αγαπούν μόνο δύο, η μαμά σου κι ο σκύλος σου. Ξεπερνώντας την νομοτελειακή αγάπη που συνεπάγεται η μητρότητα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η σκυλίσια αφοσίωση και λατρεία δεν αποτυγχάνουν να συγκλονίζουν, ανεξαρτήτως κουλτούρας, εποχής και κοινωνικών συνθηκών.

Γιατί οι σκύλοι ξέρουν ν’ αγαπούν χωρίς επειδή. Αγαπούν παρ’ όλο. Δεν τους ενδιαφέρει αν είσαι χοντρός ή αδύνατος, φτωχός ή πλούσιος, ιδιοφυΐα ή ολοκληρωτικά ηλίθιος· αρκεί να είσαι εκεί, αρκεί να τους βάζεις λίγο νεράκι και λίγο φαγητό. Αλλά ακόμα κι αν τους ψιλοπαραμελείς εκείνοι πάλι σ’ αγαπούν. Η καρδιά τους, εκ διαμέτρου αντίθετη με οποιαδήποτε εκδικητική ανθρώπινη τάση, ξέρει πάντα να δίνει άλλοθι και να δικαιολογεί. Κάτι θα σου έτυχε μωρέ, δεν μπορεί να το έκανες από κακία.

Σ’ αγαπούν από την πρώτη στιγμή που τους πήρες αγκαλιά χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα, γιατί αυτό ξέρουν να κάνουν. Δε σε κρίνουν, δε σε παραμελούν, δε σε βασανίζουν. Ακόμα κι όταν τους αφήνεις πίσω, θαρρείς και ζουν για την επιστροφή σου. Κι όταν σε δουν να επιστρέφεις πηδάνε πάνω σου και σου κουνάνε την ουρά με τόση χαρά, λες και δεν τους πλήγωσε ποτέ η φυγή σου. Επειδή οι σκύλοι, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, αγαπάνε με την καρδιά, χωρίς καμία ρανίδα λογικής. Γνωρίζουν χωρίς να μάθουν.

Οι σκύλοι ξέρουν να επιμένουν. Ξέρουν πόσο σημαντικό είναι να σηκώνονται, όσο άτσαλο κι αν ήταν το στραπάτσο τους, όσα κουσούρια κι αν τους άφησε το χτύπημα. Άλλωστε μια ανθρώπινη μέρα ισούται με μια σκυλίσια εβδομάδα, γι’ αυτό και τα πλάσματα αυτά ξέρουν πως δεν έχουν χρόνο να κρατάνε πράγματα για τον εαυτό τους, ούτε τους παίρνει να τσιγκουνεύονται την αγάπη τους. Οι σκύλοι είναι πλάσματα γενναία και κυνηγούν όσα αγαπάνε χωρίς να θεωρούν τροχοπέδη τις διαστάσεις τους. Δεν έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους και το ξέρουν, γι’ αυτό τα βράδια τρέχουν να χουχουλιάσουν στην αγκαλιά σου χωρίς εγωισμό, όσο κι αν τους μάλωσες στη διάρκεια της ημέρας.


Ναι, αν οι άνθρωποι αγαπούσαμε όπως οι σκύλοι μας, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα ένα καλύτερο μέρος· θα απολαμβάναμε τις βόλτες, τον ήλιο και τον αέρα, θα ρουφούσαμε τη μαγεία τους και ποτέ δε θα υποτιμούσαμε την αξία του παιχνιδιού. Θα ήμασταν πιστοί, θα λαχταρούσαμε να φιλήσουμε τους ανθρώπους μας χωρίς να θεωρούμε στιγμή την παρουσία τους δεδομένη και όταν εκείνοι περνούσαν δύσκολα, θα σωπαίναμε και θα στεκόμασταν απλά δίπλα τους, γιατί θα ξέραμε πως δεν έχουν ανάγκη από έωλες συμβουλές, μα από ουσιαστικές παρουσίες.

Αν ξέραμε να αγαπάμε όπως εκείνοι, θα γνωρίζαμε πως η βία επιφέρει επιθετικότητα, η σκληρότητα φόβο κι ο έπαινος ανεξαρτησία. Δε θα αναλωνόμασταν σε παιχνίδια εξουσίας, μα θα καταλαβαίναμε πως οι άλλοι είναι παράγωγα του περιβάλλοντός τους και θα φερόμασταν αναλόγως, με τρυφερότητα κι αλληλοεκτίμηση. Θα χωνεύαμε επιτέλους πως κανένας δε γεννιέται κακός και πως τα όρια γεννάνε σεβασμό, αρκεί να περιβάλλουν τα πάντα, εκτός από την αγάπη.

Έτσι ν’ αγαπάς, χωρίς πολλά-πολλά. Να μην περιμένεις τίποτα, να μη ρωτάς γιατί. Δε σου εγγυώμαι πως θα γίνεις ευτυχισμένος, ούτε πως η αγάπη σου θα εκτιμηθεί. Σου εγγυώμαι όμως πως θα νιώσεις το μεγαλείο του να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Να αισθάνεσαι τον άλλον και να τον βοηθάς να γλείψει τις πληγές του. Να τον οδηγείς για να περπατήσει όταν δεν βλέπει και να του δίνεις δύναμη χωρίς να μιλάς. Να είσαι σκύλος, όχι σκυλάκι.

Αν πάλι δεν έχεις τη δύναμη ν’ αγαπάς σαν σκύλος (ποιος είπε πως είναι εύκολο;), σου εύχομαι να σε αγαπήσει κάποιος άνθρωπος από αυτούς· κι αν έχεις την τύχη να ζήσεις τέτοια ευλογία, έχε τουλάχιστον τη δύναμη να την αντέξεις και να αφήνεσαι, καθώς το πλάσμα αυτό φέρει μέσα του τη θεϊκή δύναμη να σε κάνει να χαμογελάς, να σε ελαφραίνει και να σου δανείζει την καρδιά του κάθε που ο κόσμος κάνει κομμάτια τη δική σου. Να εκτιμάς πόσο του λείπεις το πρωί, ακόμα κι αν πέρασε ολόκληρο το βράδυ στο πλευρό σου και να μη τσιγκουνεύεσαι τα χάδια σου και την αγκαλιά σου. Άλλωστε αυτά μόνο ζητάει από σένα. Να νιώθεις, γιατί διαφορετικά ο «σκύλος» μπορεί να μη σου θυμώσει, αλλά όταν τον χάσεις ο εαυτός σου δε θα σου το συγχωρήσει ποτέ.

Ν’ αγαπάς σαν σκύλος κι ένα πράγμα να θυμάσαι. Πως η μόνη επικίνδυνη ράτσα είναι,,,

η ανθρώπινη.


 Ποτέ δεν σε ξεχνώ μου λείπεις.





Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

Χαρταετός.







Κράτα γερά!
Πέτα ψηλά!
Δέσε την Άνοιξη στην ουρά του χαρταετού,
ανέβασε την ψηλά στον ουρανό,
είναι η δική σου άνοιξη…
Στη μια άκρη εσύ…
Στην άλλη τα όνειρά σου.
Ανέβασε τα όνειρά σου ψηλά στον ουρανό.
Στείλε στον ουρανό τον πόνο, την πίκρα, τα δάκρυα και τους λυγμούς.
Στείλε μακριά όλους τους καημούς και την προδοσία.
Διώξε κάθε πόνο και λύπη μακριά.
Άσε τις ελπίδες σου να ταξιδέψουν στα σύννεφα.
Πέτα ψηλά!
Πολύ ψηλά!
Πόσο μικρός είναι ο κόσμος από ψηλά!
Πόσο μεγάλος είσαι εσύ…
Κράτα το νήμα.
Πρόσεχε να μην κοπεί…
Κράτα γερά,
πέτα ψηλά.
Μεταμόρφωσε την πίκρα και τον πόνο σε βροχή.
Και αμέσως μετά, γύρισε πάλι τη βροχή πίσω στη γόνιμη γη.
Εκεί θα φυτρώσει ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο…
Η Ε Λ Π Ι Δ Α…


Σάββατο, 2 Μαρτίου 2019

Το τραγούδι της Άνοιξης.



Από τα κρύα του χειμώνα σαν περάσεις
Θα δεις να ανθίζουνε λουλούδια φοβερά
Τις μυρωδιές τους θα γευτείς και θα τα χάσεις
Τα χρώματά τους θα σου πάρουν τα μυαλά

Είναι η άνοιξη με όλα της τα πλούτη
Με τα πουλιά να κελαϊδούν εκεί ψηλά
Μυρίζει έρωτα, θυμάρι και μπαρούτι
Είπα μυρίζει; Εννοώ μοσχοβολά

Άνοιξη είναι που σημαίνει ελευθερία
Και τα χαμόγελα χαρίζονται αφειδώς
Στη φύση γύρω συντελείται πανδαισία
Κανείς δε νιώθει και δεν είναι μοναχός

Μοναχική βασίλισσά μου αγαπημένη
Είναι η άνοιξη με φόρεμα λευκό
Από το χέρι μας τραβά και κατεβαίνει
Στον καταγάλανο και δροσερό γιαλό.



Εύχομαι καλό μήνα σε όλους!

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Κι όταν κάποτε θα φύγω ..




"Κι όταν κάποτε θα φύγω δεν θα πάρω
μαζί μου παρά λίγο βιολετί απ' το δειλινό 
κι έν' άστρο από κάποιο παραμύθι."
Καλό βράδυ Κόσμε..!!


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Η πύλη των λεόντων.

Τίτος Πατρίκιος

Τα λιοντάρια είχαν χαθεί από χρόνια
ούτε ένα δεν βρισκόταν σ’ όλη την Ελλάδα
ή μάλλον ένα μοναχικό, κυνηγημένο
κάπου είχε κρυφτεί στην Πελοπόννησο
χωρίς ν’ απειλεί πια κανέναν
ώσπου το σκότωσε κι αυτό ο Ηρακλής.
Ωστόσο η θύμηση των λιονταριών
ποτέ δεν έπαψε να τρομάζει
τρόμαζε η εικόνα τους σε θυρεούς και ασπίδες
τρόμαζε τ’ ομοίωμά τους στα μνημεία των μαχών
τρόμαζε η ανάγλυφη μορφή τους
στο πέτρινο υπέρθυρο της πύλης.
Τρομάζει πάντα το βαρύ μας παρελθόν
τρομάζει η αφήγηση όσων έχουν συμβεί
καθώς τη χαράζει η γραφή στο υπέρθυρο
της πύλης που καθημερινά διαβαίνουμε.



Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2019

Ένα τραγούδι κόντρα στη φρίκη του ναζισμού.


 Το «Dance me to the end of love» 


Είναι ένα τραγούδι που πολλοί απ’ όσους το άκουσαν το ερωτεύτηκαν ίσως περισσότερο κι απ’ τον άνθρωπο που του το αφιέρωσαν. Η μυσταγωγία της μελωδίας, η αισθαντικότητα των φωνών, η αναγλυφότητα των συναισθημάτων, ο κραδασμός των αισθήσεων, σε ταξιδεύουν τόσο μακριά απ’ τη λογική, τόσο βαθιά στο κέντρο του σύμπαντος της ανθρώπινης «ολότητας», αυτής της αίσθησης του αέναου, του ανέπαφου, του αμόλυντου, του αθάνατου, που σου υπόσχεται ο έρωτας, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε ούτε θα ανακαλύψει, δεν γεύτηκε ούτε θα γευτεί, δεν ρίγησε ούτε θα ριγήσει, δεν διαλύθηκε ούτε θα διαλυθεί για τον έρωτα όπως εσύ.

Πως κανείς δεν ένιωσε αυτό το απόκοσμο χάδι, που άλλοτε μοιάζει ουρανός άλλοτε ανάσα της αβύσσου, άλλοτε φωτιά των αισθήσεων άλλοτε σκίρτημα θανάτου, τόσο έντονα όσο εσύ, τόσο έντονα όπως αυτό το τραγούδι σε κάνει να νιώθεις στο πετσί σου καθώς ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε έρωτας, κάθε οργασμός των αισθήσεων, είναι ένας μικρός θάνατος – και γι’ αυτό άλλωστε ο έρωτας αυτή η «ανδρόγυνος» οντότητα είναι η μόνη εν ζωή αθανασία, ο μόνος μάγος που μπορεί πάντα με το ίδιο, με αυτό το ένα και μοναδικό του ξόρκι, να νικάει το φθαρτό.


Και γι’ αυτό ο έρωτας κι ο θάνατος που ξεχειλίζουν από τούτο το απόκοσμης ομορφιάς τραγούδι σε συνεπαίρνουν αμέσως, ρίχνοντάς σε στην αγκαλιά αυτού του παντοτινού ταγκό, του ρυθμού που αναδύθηκε από τα μπορντέλα της Αργεντινής για να κατακτήσει, να αλώσει ολοκληρωτικά, το σώμα της Δύσης.

Όμως σε τούτο το τραγούδι του έρωτα, ο θάνατος είναι πολύ πιο παρών, πιο εφιαλτικά αδυσώπητος, απ’ ό,τι θα φανταζόταν ποτέ κανείς… Η ψυχρή του ανάσα είναι διάχυτη παντού. Η αλήθεια του παγώνει το καυτό φιλί των εραστών, αφυδατώνει την υγρασία των αισθήσεων, επισκιάζει τα χρώματα του πάθους παύει την πανδαισία των αγγιγμάτων.

Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένα τραγούδι γραμμένο για εραστές όπως νομίζουν όσοι ριγούν στο άκουσμά του…

Το τραγούδι αυτό είναι κυριολεκτικά, ένα ξόρκι θανάτου. Ένα αληθινό αντίδοτο αγωνίας στο δηλητήριο της κτηνωδίας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ένα βάλσαμο ανάμνησης στο μαρτύριο της φρίκης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι, όλοι εκείνοι που εξοντώθηκαν στα κρεματόρια του ναζισμού.

Είναι ένα τραγούδι γεμάτο επιθανάτιες κραυγές ενός παράλογου μαρτυρίου, στοιχειωμένο από το κλάμα των παιδιών, από τη κραυγή των σημαδεμένων, από τον ψίθυρο των σκελετωμένων που δεν είχαν πια φωνή, από το ανατριχιαστικό σύρσιμο των νεκροζώντανων που περίμεναν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μέσα στην εξαθλίωση, την αγωνία, το μαρτύριο, το τέλος τους.

Είναι ποτισμένο από εκείνη τη φρικτή μυρωδιά της καμμένης σάρκας, από τον παραλογισμό του ναζισμού –του ναζισμού που αναβιώνει σήμερα, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι σαν φάρσα πια αλλά σαν θέατρο του παραλόγου.



Αυτό το τραγούδι είναι η φρίκη της απαίτησης να παίζουν μουσική, οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι, στους διαδρόμους των στρατοπέδων, την ώρα που οι άλλοι περνούσαν μπροστά τους στην ουρά του Άουσβιτς, του Νταχάου, πηγαίνοντας από την ουρά της φρίκης, να θανατωθούν και να καούν στα κρεματόρια. Είναι όλα τα τελευταία βλέμματα που κοίταξαν τον κάθε Εβραίο μουσικό και το «φλεγόμενο βιολί» του, με την ιστορία ζωής, πόνου, που κουβαλούσε το καθένα απ’ αυτά, την ώρα που εκείνοι βάδιζαν προς το θάνατο, και την ίδια ώρα που ο συγκρατούμενός τους μουσικός υποχρεωνόταν από τους ναζί να παίζει κλασική μουσική στους διαδρόμους αυτής της γήινης κόλασης.


Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένας χορός ως το τέλος της αγάπης, αλλά ένας χορός ως το τέλος της ύπαρξης, που εφορμώντας από τη γενεσιουργό πηγή του πάθους για τη ζωή, μπορεί εντέλει να αγκαλιάζει σφιχτά συμπαρασύροντας ως το θάνατο ακόμα και την ίδια την αγάπη. Γι’ αυτό ενώ είναι ένα τραγούδι που γεννήθηκε από το θάνατο, μπορεί να αγκαλιάζει, να δονεί τον έρωτα και τη ζωή…

Γιατί, σύμφωνα με το δημιουργό του Leonard Cohen όπως διηγήθηκε κάποτε χαρακτηριστικά γι’ αυτό «Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης.

Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα. Και υποχρεώνονταν να παίζουν κλασική μουσική,την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το “χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί” εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση. Όμως αυτή είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την απόλυτη παράδοση στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη μας, έτσι ώστε σ’ ένα τραγούδι να μην είναι σημαντικό εντέλει να γνωρίζει κανείς την απαρχή της γένεσής του, γιατί εάν και η ίδια η γλώσσα προέρχεται απ’ αυτή την γενεσιουργό πηγή πάθους, μπορεί να αγκαλιάσει οποιαδήποτε παθιασμένη ενέργεια».

Dance me to the end of love…


27/1/1945




Τα χέρια Μ. Γκανάς.

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα...