Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Εκείνη και Εκείνος.


"Δεν είναι γριά, δεν είναι γέρος. Δεν είναι «πακέτο», δεν είναι ηλίθιος, δεν είναι ζαβός. Ναι, έχει άγνοια κινδύνου. Την ίδια άγνοια που χρόνια τώρα έχει και βγαίνει έξω μόνος, και φροντίζει τον εαυτό του μόνος, κι έχει κάνει παρέες στο ΚΑΠΗ και στην πλατεία γιατί εσύ δουλεύεις, σοσιαλιζεσαι και δεν προλαβαίνεις.
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε όταν ερχόταν με 5 συγκοινωνίες με ο,τι καιρό και να είχε να σου προσέξει τα παιδιά σου! Να στα φροντίσει με ιώσεις, με δυσκολίες, με «όλα τα καλά».
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε όταν πήγαινε στη λαϊκη και τα έπαιρνε όλα λειψά για να σου πάρει και για το δικό σου σπίτι!
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε όταν δούλευε σαν σκυλί για να μη σου λείψει τίποτα τσακίζοντας το σώμα του και τις αντοχές του!
Δεν είναι γέρος και γριά, δεν είναι όλα τα κοσμητικά που του έχεις φορέσει! Είναι ο πατέρας σου, η μάνα σου, ο παππούς σου, η γιαγιά σου, ο συγγενής σου, ή ο γείτονας!
Γι’αυτο όσο δίκιο κι αν έχεις που φωνάζεις για το καλό του, βουτά τη γλώσσα στο μυαλό, εσυ κι εγώ τους μάθαμε στην επιβίωση και στην άγνοια κινδύνου και τώρα τους ζητάμε προσαρμοστικότητα, αντίληψη, αλλαγή, με άμεση εφαρμογή. Σαν να πατάμε κουμπάκια.
Ε μάθε εσύ που έχεις τόσο υποτιμητικά λυσσάξει με το «γριές και γέροι» και «για εσάς μένουμε εμείς μέσα» να κλείνεις λίγο το στόμα σου.
Ναι, πρέπει να μείνουν μέσα. Ναι, δεν το έχουν καταλάβει. Ναι, πες το 5000 φορές. Μέχρι να καταλάβουν.
Όσες χρειάστηκε να σου πουν κι εσένα να μην κάνεις κάθε μαλακία που έκανες και ήρθαν να σε ξεμπλέξουν, να σε φροντίσουν και να σε κανακέψουν!
ΔΕΝ είναι ο γέρος κι η γριά. Είναι κάποιου μάνα και πατέρας. Δεν είναι το πακέτο που σε βαραίνει ανόητε!
ΚΑΙ ΑΝ ΔΕ ΤΟΥΣ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ,ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΑΞΙΑ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ!ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΙΔΕΑ!
Άντε γιατί πήξαμε στους μάγκες."

Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

Ποια μοναξιά ?



φώτο από το διαδίκτυο.

Και...αφού μπόρεσες και άντεξες να κλειστείς πίσω από την πόρτα του σπιτιού σου και να σε συναντήσεις ,αντέχεις και να βάλεις όλους τους ανθρώπους πάνω στο τραπέζι..
Εσένα και τους άλλους..
Να τους έχεις εσύ απέναντι αυτήν την φορά..
Αν το κάνεις,δεν ξέρω πραγματικά ,δεν ξέρω αν σου φτάσει ο χρόνος της απομόνωσης σου.
Ποια μοναξιά ?
Δεν θα έχεις ,αφού κάθε μέρα θα μπορείς,να έχεις τουλάχιστον έναν καλεσμένο ..
Βάλε ένα ποτήρι κρασί και κοίταξε τον από την κορφή ως τα νύχια.
Τον συγγενή,τον φίλο,τον γνωστό,τον σύντροφο,τον νυν,τον πρώην,τον συνεργάτη,ακόμα κι αυτόν με την απροσδιόριστη ταυτότητα ως προς εσένα.
Ποιος υπάρχει?
Γιατί υπάρχει?
Πως υπάρχει?
Που υπάρχει?
Υπάρχει?
Και αφού μπόρεσες και άντεξες να κλειστείς πίσω από την πόρτα του σπιτιού σου,είσαι δυνατός,έχεις αξία,έχεις σεβασμό,έχεις τσαγανό,έχεις ενσυναίσθηση...
Τώρα ΜΕΝΕΙΣ ΣΠΙΤΙ και μπορείς να αποφασίσεις εσύ,όταν ανοίξεις ξανά την πόρτα του εγκλεισμού σου,ποιους θα ξανά συναντήσεις και για ποιον λόγο..
ΜΕΝΕΙΣ ΣΠΙΤΙ γιατί το επιβάλει η συνθήκη και η συνείδηση σου.
Όταν βγεις,φρόντισε να έχεις ξεσκαρτάρει και από τους «κατά συνθήκη» και να κρατήσεις τους «κατά βούληση»!..

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Το παλτό.

Artist: Dominique Robert

Θα έβγαινε ο χειμώνας χωρίς παλτό. Δεν πειράζει. Τις νύχτες ο Σαμπού είχε τη Νάνα. Η Νάνα ήταν χνουδωτή, την αγκάλιαζε και τον ζέσταινε. Η Νάνα τον αγαπούσε πολύ. Όταν ο Σαμπού γεννήθηκε στο Κάιρο, η Νάνα ήταν πέντε χρονών. Τώρα είναι πέντε ο Σαμπού και δέκα η Νάνα. Αλλά για τα σκυλάκια μετράει αλλιώς η ηλικία και στην πραγματικότητα η Νάνα έχει την ηλικία που θα είχε τώρα η μαμά του Σαμπού αν ζούσε. Λένε πως η αγάπη ανάμεσα στα παιδιά και τα ζώα, μόνο με την αγάπη που έχει ο Θεός για τον άνθρωπο μπορεί να συγκριθεί. Ο Σαμπού δεν θυμάται και πολλά για την μαμά, τον μπαμπά, τα αδέλφια κι τους άλλους που μένανε κάποτε όλοι μαζί. Μετά από τις Καταστροφές, που οι μόνοι που επέζησαν από μια πολυμελή οικογένεια ήταν εκείνος και η Νάνα, ξέχασε τα πάντα. Ένα αξιοζήλευτο Τώρα έκανε την ζωή του όμορφη. Δεν είναι εύκολο για κανένα παιδί να μεγαλώνει μόνο στους δρόμους. Αλλά όταν ο κόσμος αλλάζει και πολλά παιδιά έχουνε αυτήν την κατάληξη, η κοινή αυτή μοίρα γεννάει τις συνθήκες. Και επειδή αυτές οι συνθήκες ήταν μαζικές, ο Σαμπού είχε τον Πατρίκ, ως φύλακά του από την Πρόνοια και κατά τα άλλα την έβγαζε καλά στο πεζοδρόμιο. Η Νάνα βέβαια αν είχε μιλιά θα έλεγε πως ο Πατρίκ δεν ξέρει από παιδιά, γιατί ούτε είχε ποτέ δικά του, ούτε ο ίδιος θυμάται πως είναι να είσαι παιδί. Απλά εκτελεί το καθήκον του, τους φέρνει κάθε μέρα φαγητό και κοιτάζει αν έχουνε κουβέρτες. Έταξε μάλιστα στην αρχή του χειμώνα ένα παλτό στον Σαμπού και μετά ξέχασε να του το φέρει. Καλά που η Νάνα ήταν το πιο καλό παλτό, τις κρύες νύχτες για τον μικρό. Τι να μας πει κι ο άνθρωπος σε αυτά τα χρόνια; Όλοι οι άνθρωποι για την Νάνα ήταν αμελείς και μερικώς επικίνδυνοι. Γιατί δεν ξέρανε να μπαίνουν στην θέση του άλλου. Η Νάνα ήξερε. Κι ο Σαμπού ήτανε πολύ τυχερός που την είχε. Κι η Νάνα το ίδιο. Τυχερή και ευγνώμων.

Ένα από τα τελευταία κρύα βράδια, ο Σαμπού άρχισε να βήχει. Ο βήχας του γινόταν όλο και πιο σκληρός. Η Νάνα είχε δει πολλά παιδιά να πεθαίνουν στα κράσπεδα μετά τις Καταστροφές από βήχα. Κολλούσε λοιπόν το κορμάκι της το χνουδωτό πάνω στο στήθος του Σαμπού και τον κράταγε όσο πιο ζεστό γινόταν. Καλύτερα κι από παλτό. Ο Πατρίκ εντόπισε τον βήχα του μικρού και κανόνισε ο Σαμπού να μεταφερθεί στο κεντρικό νοσοκομείο. Εκεί βέβαια δεν επιτρέπονταν σκυλιά. Η Νάνα ξημεροβραδιαζόταν έξω από την κεντρική Πύλη και κάθε φορά που έβλεπε τον Πατρίκ να έρχεται για να επισκεφτεί τον Σαμπού, έτρεχε πίσω του μέχρι το σημείο που οι φύλακες την κλωτσούσαν και την έδιωχναν. Η Νάνα περίμενε να τελειώσει το επισκεπτήριο και ο Πατρίκ να βγει από το κτήριο. Τότε τον τρέλαινε στριφογυρνώντας στα πόδια του. Ο Πατρίκ της έδινε κάτι αποφάγια. Και μετά άπλωνε το χέρι του, της χάιδευε το σγουρό κεφάλι και της έλεγε: "Πάει καλύτερα." Αυτό το "καλύτερα" κράτησε είκοσι μέρες. Ένα μεσημέρι ο Σαμπού βγήκε από το Νοσοκομείο και τον συνόδευε μια κυρία όμορφη με σγουρό μαλλί κατάμαυρο από την Πρόνοια. Το χρώμα του Σαμπού ήταν όπως πριν αρρωστήσει και το βλέμμα του καθαρό. Μόλις είδε την Νάνα ξέφυγε από τα χέρια της κυρίας και την άρπαξε στην αγκαλιά του. Η Νάνα ξαναγάπησε εκείνη την στιγμή τον Θεό και τους ανθρώπους. Μείνανε έτσι σφιχταγκαλιασμένοι για λίγα λεπτά και η κυρία είπε ήσυχα: "Εκεί που πάμε Σαμπού, αυτό το σκυλάκι δεν μπορεί να έρθει." Ο Σαμπού την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και μετά κοίταξε την Νάνα που ήταν ξεκάθαρα απελπισμένη. "Ούτε εγώ μπορώ να έρθω" είπε. "Εσύ πρέπει να έρθεις για να γίνεις τελείως καλά, θα έχεις και δικό σου παλτό πια" του είπε εκείνη κοφτά. "Έχω παλτό δεν θέλω άλλο" είπε ο Σαμπού και ξαναπήρε την Νάνα στα χέρια του. Αυτά τα χέρια κοπάνησε με δύναμη η γυναίκα αυτή για να τα ελευθερώσει από την αγκαλιά του ζώου. Και η Νάνα όρμησε με δύναμη πάνω της και της δάγκωσε το πρόσωπο. Η γυναίκα ούρλιαξε από τον πόνο και αίμα φάνηκε στα μάγουλά της. Οι φύλακες που είδανε τι έγινε βάλανε τις φωνές και βάλθηκαν να τρέχουν προς τα κει έξαλλοι. Αλλά δεν πρόλαβαν να φτάσουν. Γιατί εκείνη ακριβώς την στιγμή γκρεμίστηκε ο κόσμος.

Πρώτη φορά μετά από τις παλιές Καταστροφές, μια βόμβα έπεφτε τόσο κοντά στους ανθρώπους. Ο θόρυβος που έκανε πριν σκάσει και σκοτώσει τόσο άμαχο πληθυσμό ήταν οξύς και μακρύς. Αλλά και η Νάνα και ο Σαμπού ήτανε σίγουροι πως αυτήν την βόμβα την έριξε ο Θεός κι όχι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο για να μην χωριστούν. Η μελαχρινή κυρία έπεσε αναίσθητη, αλλά δεν ήταν η μόνη. Πολύς κόσμος γύρω τους είχε στα κράσπεδα λίμνες αίματος γύρω από τα μάτια και τα χείλη, ή πάνω στα μάγουλα, ανάμεσά τους και μεγάλοι και παιδιά. Σκυλί κανένα. Το μοναδικό σκυλί που έτρεχε στον κεντρικό δρόμο με ένα παιδί να το ακολουθεί ασθμαίνοντας ήταν η Νάνα. Κι ο Σαμπού που όταν άκουσε την δεύτερη και την τρίτη βόμβα να καταφθάνουν, άρπαξε τη σκυλίτσα του και βούτηξαν στο μικρό λασπωμένο κανάλι πλάι στον δρόμο. Έμειναν εκεί μέσα στις ζεστές από τους υπονόμους λάσπες και κρυμμένοι από τα ανοιχτά σημεία της πόλης πάνω από μια ώρα. Κι όταν το κακό σταμάτησε, ξεπρόβαλαν τα βρωμισμένα δύο μουσούδια τους και πήρανε ανάσα μέσα στους καπνούς. Μέχρι το βράδυ είχανε περπατήσει δέκα χιλιόμετρα, έξω από το Κάιρο πια, στις εξοχές. Όλα εκεί θα ήταν καλύτερα από αύριο. Γιατί η γιαγιά Ησαΐα που τους μάζεψε στο μικρό της σπίτι, νυχτιάτικα, κοίταξε ψηλά στον ουρανό και ξεστόμισε: "Θεέ μου, σε ευχαριστώ. Το πρωί μου πήρες τον Βάλι μου και το βράδυ μου τον έστειλες πίσω διπλό". Να πούμε πως η γιαγιά Ησαΐα ήτανε μια κυρία ογδόντα χρονών, τυφλή και μόνη μετά από τις πρώτες Καταστροφές. Ο Θεός της είχε αφήσει ζωντανό τον Βάλι, έναν γέρικο σκύλο που την βοηθούσε να περιπατάει στον δρόμο με το λευκό της μπαστούνι κι αυτό το κουρασμένο σκυλί δεν ήταν τυχερό στον πρωινό βομβαρδισμό. Η γιαγιά Ησαΐα, το βρήκε στην αυλή χτυπημένο και λίγο μετά ξεψύχησε στα χέρια της. Όταν ο Σαμπού με την Νάνα σχεδόν σωριάστηκαν από την κούραση μπροστά στην πόρτα της, η γυναίκα αυτή, πέταξε την απελπισία της σαν βόμβα στον κήπο της. Είναι τόσο ωραία η ζωή όταν αυτοί που είναι να συναντηθούν τα καταφέρνουν. Κι είναι σπουδαίο οι άνθρωποι, μέσα στις Καταστροφές, να αναγνωρίζουν τι θέλει ο Θεός γι' αυτούς και να το ακούνε. Η γιαγιά Ησαΐα έζησε μέχρι τα βαθιά της γεράματα στο μικρό εξοχικό σπίτι και πέθανε από φυσικά αίτια. Προστατευμένη μέσα στον κακό καιρό γιατί ο Σαμπού και η Νάνα έμειναν κοντά της. Ένα πρωί λίγο πριν τελειώσει ο πόλεμος πέρασε έξω από το σπίτι τους, ένας κουτσός και κοντοστάθηκε κοιτώντας την Νάνα. Μια σφαίρα θα τον είχε χτυπήσει στο πόδι. Η Νάνα αναγνώρισε αμέσως τον Πατρίκ μέσα από την αυλή αλλά έμεινε ασάλευτη. Κι εκείνος δεν ήταν σίγουρος. Ποτέ δεν ήταν. Αυτό.

Κι όταν ο πόλεμος τελείωσε και η μισή ανθρωπότητα προσπάθησε να μάθει από την άλλη μισή κάτι για να γίνει καλύτερη, τότε και μόνο τότε ο Θεός άφησε τον Σαμπού να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για τον κόσμο και να πορευτεί μοναχικός στο δικό του υπόλοιπο. Στα βόρεια μέρη που βρέθηκε, στην μέσα τσέπη του, σε ένα παλτό που σπάνια αποχωριζόταν, είχε πάντα, μια φωτογραφία που την θάμπωνε ο καιρός, από εκείνα τα όμορφα χρόνια, στην αυλή της γιαγιάς Ησαΐας, να στέκεται όρθιος, να κρατάει την Νάνα αγκαλιά και να γελάει. Ο πλανόδιος φωτογράφος που την τράβηξε είδε στα μάτια του μικρού αγοριού ένα αξιοζήλευτο Τώρα κι αυτό στην πραγματικότητα είχε αποθανατίσει, μέσα σε εκείνα τα άτυχα χρόνια, που μείνανε γνωστά στην Ιστορία ως οι Καταστροφές.

Thrassos Kaminakis



Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Το χρώμα της συγνώμης.

Photo: lucciano lattanzi


Αν πεις πως ο χειμώνας αρχίζει 30 Νοέμβρη και την τελευταία μέρα του Φλεβάρη τελειώνει, τότε την εβδομάδα που φουντώνει ο Γενάρης, εκεί κάπου στο τρίτο δεκαήμερο, γιορτάζει η Σιόρα Βικτώρια τα γεννέθλιά της. Από κορίτσι που ήταν ως σήμερα που είναι γιαγιά κάνει τους άλλους γύρω της να χαίρονται που γεννήθηκε.
Αυτήν την λαμπερή μέρα, που το κρύο συναγωνίζεται τον ήλιο, στα στενά της Φαέντζα, βγαίνει πρωί - πρωί στο καλντερίμι και πάει για τις ετοιμασίες.
Τι σαφράν και τρούφες, τι λαχανάκια από τις Βρυξέλλες και προσούτο κόττο από την Πάρμα, τι γκοροντσόλες και γαρίδες από τις μεγάλες, τι πανίνι ολόφρεσκα και μυρωδάτα μήλα κουβαλάει δεν λέγεται.
Πέρυσι που ήτανε ακόμη και ο καιρός κακός εκείνη δεν πτοήθηκε. Βγήκε στους δρόμους σαν να είχε λιακάδα. Πρόπερσι είχε να κλαίει τέτοιες μέρες μιαν ανηψιά της. Την κήδεψε και μετά ντύθηκε και βγήκε στο πλακόστρωτο. Πριν κάτι χρόνια πάλι έχασε σύζυγο, αδερφή κι εγγόνια. "Η Ζωή αφού δίνει, παίρνει" έλεγε. "Να είστε προετοιμασμένοι και να μην της ζητάτε να γίνει το δικό σας." Και έβγαινε πάλι έξω, στον δρόμο. Όπως σήμερα.

Την είδαμε πίσω από τις κουρίνες μας με το μπαστουνάκι της να πηγαίνει φουριόζα.
- Δεν είναι ογδόντα; μου είπε η Μάιρα.
- Μπορεί, της απάντησα, αλλά εσύ την βλέπεις να έχει ηλικία;
- Την βλέπω κάπως κουρασμένη.
- Πάντως ως το βράδυ θα έχει μαγειρέψει για όλη την γειτονιά...
- Κάποια στιγμή δεν θα μπορεί πια.
- Εγώ νομίζω πως η Σιόρα Βικτώρια, δεν θα πεθάνει ποτέ! Κοίτα με πόση σταθερότητα βηματίζει.

Φορούσε ένα ροζ παλτώ. Κι είχε και γάντια και γουνάκι, και κάλτσες φρέσκες μάλλινες φορέσει και ακόμη ένα σκυφτό και μελετημένο βλέμμα να ανοίγει τον δρόμο της προς την αγορά.
"Μη στραβοπατήσω, γι' αυτό κοιτάω κάτω... όταν μεγαλώνει ο άνθρωπος δεν τον απασχολεί ο ουρανός, γιατί ξέρει πια ότι τον έχει στο τσεπάκι. Ας κοιτάνε ψηλά οι νέοι που έχουν ένα λόγο παραπάνω κάτι να ευχηθούν και να γίνει."
- Βγήκα να σας βοηθήσω, της είπα. Φαντάζομαι πάτε στην Πιάτζα. Είναι και η μέρα σημαδιακή. Χρόνια σας πολλά.
- Ευχαριστώ, αλλά πολλά δεν θα είναι πια. Ας είναι τουλάχιστον γενναιόδωρα.
- Γενναιόδωρη είστε κι εσείς που θα μας φιλέψετε απόψε. Αλλά... πήγα να πω και κόμπιασα.
- Έλα πες το, με ενθάρρυνε.
-...αλλά γιατί το κάνετε αυτό; Δεν μας χρωστάτε κάτι.
- Το τι χρωστάει ο καθένας, άσε μόνος του να το βρει.
Περπατήσαμε μέχρι το παζάρι. Οι φωνές των μανάβηδων, των κτηνο - πτηνοτρόφων, των οινοπωλών σκεπάζανε τα λόγια μας. Την ευχαρίστησα που δέχτηκε να την συνοδεύσω.
- Δεν ήμουν πάντα καταδεκτική, με τα χρόνια έγινα, μου είπε αγοράζοντας ένα κουνέλι που ζήτησε να της το κάνουν μερίδες.
- Το κάνετε πεντανόστιμο, θυμάμαι…
- Αυτό είναι για την νύφη μου τη συχωρεμένη το 99, μου είπε. Της άρεσε πως το έκανε η μάνα της και το έμαθε. Εμένα δεν μου έδινε ποτέ την συνταγή. Ήθελε να τηνε ξέρει ΜΟΝΟ εκείνη, να τηνε μαγειρεύει στον Λούτσιο, να την αγαπάει όλο και πιο πολύ. Την ζήλευα που αγαπούσε τόσο τον άντρα της.
- Τον γιο σας, εννοείτε;
- Έπαψε να 'ναι γιος μου όταν παντρεύτηκε. Άντρας της ήτανε. Την ζήλευα αυτήν την γυναίκα. Όχι μόνο που πήρε τον καλύτερο, αλλά που ίσως και να τον αγαπούσε λίγο πιο πολύ από όσο τον αγάπησα εγώ.
- Γιατί το λέτε; Μην είστε σκληρή με τον εαυτό σας, της είπα σαν να μιλούσαμε για ένα τρίτο πρόσωπο.
- Σκληρή ήμουν μαζί της... Αλήθεια λέω. Τον άντρα μου εγώ δεν τον αγάπησα όσο αγάπησε αυτή η γυναίκα τον γιο μου. Κι αντί να την θαυμάζω την ζήλευα. Γι' αυτήν το κάνω τέτοιες μέρες το κουνέλι. Στην μνήμη της. Δεν έχω δει γυναίκα να αγαπάει πιο αφοσιωμένα από την Μόνικα. Εγώ κανέναν δεν αγάπησα έτσι.
- Μαγειρεύετε στην μνήμη της; ρώτησα με αληθινή απορία.
- Όλα τα μαγειρέματα μνημόσυνα είναι. Να το παστό τώρα είναι για την Φιλίππα.
- Την κόρη σας;
- Όχι αυτήν, αυτή ζει καλά κι ευτυχισμένη στο Πόρτο, την πεθερά μου, άλλη που της κακοφέρθηκα. Έκανε ένα παστό να μην θες να σταματήσεις να τρως... Αυτηνής της την τσίμπησα την συνταγή. Μόνη της πέθανε στα βουνά. Δεν ήθελε να κατέβει στην πόλη... "Εδώ που έζησα, εδώ να με βρει", έλεγε. Ο Χάρος εννοούσε. Για να τα λέμε με το όνομά τους τι να έκανε να έρθει κάτω; καμιά από τις νύφες της δεν την ήθελε. Μαζί κι εγώ. Την αφήσαμε να πεθάνει. Το κρίμα είναι κρίμα. Γι αυτήν το κάνω το παστό. Να μείνει κάτι από την ίδια πίσω.
Προχωρήσαμε προς τα ψαρικά.
Ψώνισε γαρίδες από τις μεγάλες.
- Και τις γαρίδες για ποιον τις μαγειρεύετε;
- Αυτές τις κάνω με το κρασί... Αρέσανε στην αδελφή μου. Πνίγηκε. Έπεσε στην θάλασσα να κολυμπήσει και την παρέσυραν τα ρέματα. Στον Ειρηνικό στην Αφρική. Εκεί την στείλαμε να αποτοξινωθεί από το ουίσκι. Πολύ ουίσκι. Ούτε η οικογένειά της δεν την ήθελε. Την κλείσαμε. Εγώ υπέγραψα. Η μάνα μου δεν θα την άφηνε να πάει εκεί μόνη. Κανείς δεν φταίει που πέθανε. Αλλά που δεν αγαπήθηκε από κανέναν μας αρκετά, φταίμε. Τέλος πάντων ξέρεις πόσο νόστιμες γίνονται οι γαρίδες όταν τις τσιγαρίζω και την σκέφτομαι;
Δεν ήθελα να ρωτήσω άλλα. Απλά την ακολουθούσα και κρατούσα τις βαριές σακούλες.
Μου είπε και για άλλα της κρίματα: για την μάνα της που όλο μαλώνανε (για αυτήν ήτανε η μηλόπιτα), μου είπε για την εξαδέλφη της από το Μπρίντιζι που της πήρε τον αγαπημένο της όταν ήτανε κορίτσια, κι ύστερα εκείνη πήρε χάπια και δεν τηνε προλάβανε, ήτανε δεν ήτανε 18 (για αυτήν μαγείρευε τα πανίνι με το σαφράν), μου είπε για τις εγγονές της που χάθηκαν πριν λίγα χρόνια σε τροχαίο έξω από την Νίκαια που σπουδάζανε.
- Η μία είχε το όνομά μου. Δεν με συγχώρεσαν ποτέ που δεν την ήθελα την μάνα τους για τον γιο μου. Η Βικτώρια, πιο πολύ μου κρατούσε θυμό σαν πέθανε η Μόνικα, ήτανε 14 και όταν πήγα να τις δω μου είπε: "Είσαι πολύ μοχθηρός άνθρωπος, γιαγιά..." Σε ποιον αρέσει η κριτική; Εμένανε ήτανε ο διάολός μου. Τι όμορφα κορίτσια, και πάνε άδικα κι αυτά. Τα λαχανάκια τα κάνω με προσούτο, γιατί τους τα έκανε η μάνα τους και είχαν να το λένε. Δεν τους τα μαγείρεψε κανείς, ξανά ποτέ, όταν την χάσανε.

Το βράδυ ήτανε όλα έτοιμα. Άπλωσε δυο πάγκους η Σιόρα Βικτώρια έξω από την πόρτα της και κατέβηκαν από τα σπίτια τους όλοι οι παραδιπλανοί. Όπως κάθε χρόνο οι γεύσεις συναγωνίζονταν η μια την άλλη. Η Μάιρα με ρώτησε: "Τι λέγατε τόσες ώρες με την κυρά μαγείρισσα όσο ψωνίζατε;"
Κούνησα το κεφάλι. Η Μάιρα ήξερε πως όταν κουνάω το κεφάλι και δεν απαντώ σημαίνει πως δεν είναι η στιγμή να πούμε κουτσομπολιά κι ιστορίες.
Τίποτα δεν θα της πω.
Κάθομαι να εδώ με τα μάτια μου καρφωμένα πάνω σε αυτήν την γυναίκα που παλεύει ανήμερα την μέρα που γεννήθηκε να συγχωρήσει τον εαυτό της για αυτά που η ίδια ονοματίζει κρίματα. Και μνημονεύει τις νεκρές της. Τις αντίζηλες, τις φίλες, τις αφρόντιστες, από την ίδια, δικές της γυναίκες. Ένα φως μου φάνηκε κάποια στιγμή να φωτίζει τα κουρασμένα της μάτια καθώς έβαζε σε ένα μικρό κορίτσι της γειτονιάς, λαχανάκια με προσούτο στο πιάτο του.
Κι όταν το βράδυ πλάι στην Μάιρα ονειρεύτηκα, είδα να έρχονται μια - μια οι πεθαμένες της στο καλντερίμι και να την αγκαλιάζουνε και να την φιλούν και να την συγχωρούν. Ξύπνησα σήμερα, πρωί και πήγα κάτω στην Πιάτζα, στ' ανθοπωλεία. Πήρα ένα ροζ τριαντάφυλλο σαν το παλτό της και το πήγα έξω από την πόρτα της. Παραμόνεψα και ως τις 10 βγήκε να πάει κάπου. Την είδα να σκύβει και να το σηκώνει. Λες να σκέφτηκε πως της το έστειλαν οι νεκρές της; Να της δείξουν πως την συγχωρούν; Λες;
Πάντως κοίταξε ψηλά μετά στον ουρανό πάνω από τη Φαέντζα που ήταν λαμπερός και μπλε. Αυτό το χρώμα το βαθύ θα είναι πια, για μένα, το χρώμα της συγνώμης.
Ίσως και για την Σιόρα Βικτώρια.
Μακάρι.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Ο ουρανός πάνω από την Ισλανδία.




1. Θα το μεγάλωνε μόνος. Του είχε γίνει πατέρας, μητέρα, αδελφός και αδελφή. Αδελφή βέβαια ήταν, αλλά στην μικρή πόλη που όλα μαθαίνονται αυτό δεν είχε μαθευτεί. Είχε δεν είχε έξι μήνες εκεί μαζί με τον τρίχρονο Ισαάκ, από το τέλος του περασμένου Χειμώνα. Το σπίτι τους ήταν στο κέντρο, μικρό αλλά ευρύχωρο για δύο τόσο αυτάρκεις άντρες όσο ο Αβραάμ κι ο γιος του. Τον ονόμασε Ισαάκ από την Βίβλο. "Δεν με λένε έτσι αλλά μ’ αρέσει" του είπε ο μικρός. Δεν είχε βέβαια σκοπό να τον θυσιάσει, ούτε καλοήξερε την ιστορία, αλλά θυμόταν πως ο Ισαάκ επέζησε. Άσε που μια πράξη θυσίας είχε ήδη γίνει. Θυσίασε πολλά από την προσωπική του ζωή για αυτόν τον, μάλλον περιζήτητο, μπόμπιρα. Πιο πολύ τον είχε πειράξει που είχε αποχωριστεί τον Σβεν, ενώ ήταν ακόμη μαζί του ερωτευμένος. Του έστειλε είναι η αλήθεια μια καρτ ποστάλ από την μικρή πόλη που έγραφε: "Είμαι καλά, σε σκέφτομαι, αλλά θα μείνω μακριά σου για όσο χρειαστεί. Ελπίζω να μην με χρειαστείς και δεν είμαι εκεί." Μάλλον δεν θα τον χρειαζόταν ποτέ πια. Η κάρτα γύρισε πίσω λίγες μέρες μετά με την σφραγίδα "Απεβίωσε" Ναι. Δεν γινόταν πια αυτό να το αλλάξει. Και δεν μετάνιωσε που έκλεψε το παιδί και την κοπάνησε... Ο θάνατος του Σβεν τον επιβάρυνε. Αλλά του έδινε χαρά αυτή η νέα ζωή με τον μικρό. Τον γλύτωσε από το αλκοόλ, τα ντραγκς, τις ευκαιριακές ιστορίες μιας νύχτας, τον τζόγο. Δούλευε πια από το σπίτι κι ετοίμαζε τις δουλειές των πελατών του στον υπολογιστή. Τις έστελνε με μέιλ. Πληρωνόταν αρκετά, έβγαινε σπάνια και πάντα με τον μικρό. Η μικρή πόλη 300 χιλιόμετρα έξω από το Ρέυκιαβικ τους είχε υποδεχτεί φιλόξενα. Τους πήραν για πατέρα και γιο και διακριτικά ελάχιστοι ασχολήθηκαν με το τι απέγινε η μητέρα.
- Έφυγε πολύ νωρίς, απαντούσε και το βούλωναν κι οι πιο περίεργοι.
Ο μικρός τον λάτρευε. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία ξεχνάνε το κακό όταν έρθει το καλό. Φτάνει να δίνουν και να παίρνουν αγάπη. Αλλά και τα τραύματα σε αυτή την ηλικία μένουν για αργότερα και πολύ αργότερα ανοίγουν πάλι. Το αργότερα θα αργούσε. Ως τότε ο Αβραάμ είχε να ασχοληθεί με τον τρόπο που ένα παιδί χωρίς μητέρα θα μεγαλώσει καλά. Ακόμη κι εκείνος είχε αρχίσει να ξεχνάει εκείνη την νύχτα, μαζί με τον Ισαάκ.
Κάποιοι όμως δεν την ξέχασαν. Και όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις ιστορίες η χαρά κρατάει λίγο. Για να δούμε.

2. Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα που η πόρτα του Αβραάμ χτύπησε, ένα παγωμένο σούρουπο, που όλοι οι γείτονες είχαν κρυφτεί από νωρίς στα ζεστά σπιτάκια τους. Η κομψή κυρία με την γούνα, δεν του ήταν άγνωστη και συνοδευόταν από τρεις σωματώδεις αλλά καλοντυμένους άντρες. Ο μικρός Ισαάκ έπαιζε στην σοφίτα της λιλιπούτειας μονοκατοικίας, που ήταν και το δωμάτιό του. Είχε όμως μάθει από τον νέο του μπαμπά πως όταν ακούει το κουδούνι, θα σταματάει το παιχνίδι αμέσως και θα μπαίνει μέσα στο κρεβάτι του όποια ώρα της ημέρας κι αν συμβεί αυτό. Το είχανε συμφωνήσει και ο τρίχρονος Ισαάκ τηρούσε τον λόγο του. Ησυχία απόλυτη λοιπόν απλωνόταν στο σπίτι, όταν η πόρτα άνοιξε.
Πολύ γρήγορα ο Αβραάμ κατάλαβε πως οι επισκέπτες στόχευαν να αποσπάσουν με χαρτιά που διέθεταν ως πειστήρια και μια φωτογραφία του μικρού που κρατούσαν , το παιδί από τον πατέρα.
- Δεν είναι δικό σας παιδί, αυτό το αγοράκι, και αν δεν θέλετε να μπλέξετε άσχημα με τον νόμο, θα ήταν φρόνιμο να μας παραδώσετε τον μικρό Έρνεστ, για να γυρίσει στην πραγματική του οικογένεια.
- Καταλαβαίνω την αγωνία σας αλλά το παιδί μου που το λένε Ισαάκ, πρώτον δεν είναι παιδί κάποιου άλλου και δεύτερον από χτες ήδη βρίσκεται στης μητέρας του που ζει χιλιόμετρα μακριά. Ξέρετε μπορεί να έχω αναλάβει την Κηδεμονία μετά το διαζύγιό μας, αλλά τις Γιορτές, η Μάργκαρετ παίρνει τον Ισαάκ για λίγες μέρες.
Η πόρτα της σοφίτας έκλεισε ανεπαίσθητα. Το βλέμμα του Αβραάμ συναντήθηκε με του Ισαάκ και μετά όλα έσβησαν.
Τα όσα ακολούθησαν ήταν αποσπάσματα από γκανγκστερική ταινία. Ούτε ο ίδιος κατάλαβε γιατί να πει αυτό το ανόητο ψέμα, γιατί να εκτεθεί τόσο σε αγνώστους, γιατί να μην είναι πιο καχύποπτος και να μην εγκαταλείψει για πάντα την χώρα του, μαζί με το παιδί. Πάντως βρέθηκε γρονθοκοπημένος, δεμένος και φιμωμένος σε μια καρέκλα του σπιτιού, όταν ο ένας από τους τρεις γορίλες που χτένισε το σπίτι, κατέβηκε και από την σοφίτα λέγοντας:
- Πουθενά σε αυτό το γαμημένο κουκλόσπιτο δεν υπάρχει παιδί. Τι κάνουμε;
Η γυναίκα που ήταν πιο σοφή από τους άντρες είπε:
- Μάλλον θα πρέπει να ελεγχθούν καλύτερα οι πληροφορίες, ωστόσο μην διανοηθείτε να του πειράξετε ούτε τρίχα. Κανείς δεν μας είδε να μπαίνουμε, κανείς δεν θα μας δει να βγαίνουμε και ένας ακόμη νεκρός μάλλον θα δυσκολέψει τα πράγματα. Λύστε τον και αφήστε τον να κυλήσει στο πάτωμα. Όταν συνέλθει, μόνο λίγοι μώλωπες θα μαρτυρούν πως το κακό όνειρο που είδε, ήταν λίγο παραπάνω αληθινό από όσο συνηθίζεται.
Έτσι έγιναν τα πράγματα και ο Αβραάμ συνήλθε όντως λίγες ώρες μετά σε ένα αναστατωμένο σπίτι. Ανέβηκε με άσχημο πονοκέφαλο στην σοφίτα νοιώθοντας πως αυτό που θα αντίκριζε θα ήταν πολύ κακό. Αντίθετα όμως, ο Ισαάκ κοιμόταν σαν αγγελούδι στο κρεβάτι του. Το δωμάτιο του μικρού ήταν αναστατωμένο, αλλά πάντα ένα δωμάτιο τρίχρονου παιδιού είναι κάπως έτσι.

3. Τις επόμενες μέρες ο Αβραάμ κι ο Ισαάκ δεν βγήκαν από το σπίτι. Το χιόνι που ακολούθησε εκείνη την νύχτα ήταν τόσο πολύ λες κι ο ουρανός πάνω από την Ισλανδία είχε πραγματικά βαλθεί να κουκουλώσει τα πάντα. Χιόνισε τόσο που σχεδόν ερήμωσε η μικρή στολισμένη χριστουγεννιάτικα πόλη και ψυχή δεν έβλεπες στους δρόμους. Η τροφοδοσία σε κάθε νοικοκυριό έγινε την πρώτη μέρα και τα δύο αγόρια στο σπιτάκι αντίστοιχα είχανε φροντίσει για τα πάντα. Επίσης διπλοκλειδαριές τοποθετήθηκαν άμεσα παντού. Ο Αβραάμ την Παραμονή μόνο των Χριστουγέννων μπόρεσε να κοιτάξει τον Ισαάκ στα μάτια και το βράδυ μετά το εορταστικό δείπνο να τον ρωτήσει.
- Θα μου πεις τώρα που κρύφτηκες;
Του έκλεισε το μάτι και το πρησμένο του φρύδι τον έκανε κάπως μελοδραματικό. Ο μικρός Ισαάκ χωρίς κουβέντα πήρε τον Αβραάμ από το χέρι. Ανεβήκανε στην σοφίτα, ο μικρός πλησίασε το παράθυρο και έδειξε στον νέο του πατέρα τον ουρανό.
Το βράδυ κοιμηθήκανε αγκαλίτσα γιατί ο Αβραάμ ήτανε κάπως ταραγμένος κι αμήχανος και από την άλλη δεν ήθελε να αποχωριστεί τον τρυφερό του νέο γιο. Σαν συνονθύλευμα ήρθε στο όνειρό του ότι είχε ως τώρα συμβεί. Το μικρό παιδί μέσα στο καζίνο του Ρέυκιαβικ να κοιμάται σε ένα βελούδινο καταπράσινο καναπεδάκι, μια γυναίκα με κόκκινη εσάρπα που μπροστά στα μάτια του ετοιμαζόταν να πουλήσει αυτό το αγοράκι στην κυρία με την γούνα που τον επισκέφτηκε τις προάλλες, η επιταγή με το ποσό της αγοράς, η ρουλέτα που γύριζε σαν τρελή, τα πρωτοπαλλήκαρα της κυρίας ντυμένα λαγουδάκια, ο Σβεν ο εραστής του, που είχε μεσολαβήσει γι αυτήν την αγοραπωλησία με μάτια κατακόκκινα από το ρούμι και λίγο αίμα να κυλάει από τα χείλη του, πιο όμορφος από ποτέ, οι γραμμές της κοκαΐνης σε ένα ασημένιο πιάτο με το οποίο ο Άγιος Βασίλης του Καζίνου κερνούσε τους θαμώνες. Όταν τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν ο Άγιος παρότρυνε με ένα νεύμα να αρπάξει το παιδί και να εξαφανιστεί, την ώρα που όλοι ήταν απασχολημένοι με την αγοραπωλησία. Το πρόσωπο του Άη Βασίλη το ξαναείδε και πιο μετά, πλάι στο αυτοκίνητο του Αβραάμ παρκαρισμένο έξω από τον Σταθμό των τραίνων. Η αποβάθρα του σταθμού γεμάτη κόσμο που θα ταξίδευε για τις γιορτές. Εκείνος κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του τον Ισαάκ κι ο ηλικιωμένος με την λευκή γενειάδα του είπε: "Έχεις το δικαίωμα να θυσιάσεις τον Αβραάμ για να σώσεις τον Ισαάκ, αλλά αυτό δεν είναι υποχρέωση. Θα γίνει μόνο, αφού το κάνεις. Εμένα κάποτε ο Ουρανός με βοήθησε, θα βοηθήσει κι εσένα." Την ώρα που πλησίαζαν αγριεμένα τα υπερφυσικά λαγουδάκια απειλητικά προς το μέρος τους, ο Αβραάμ έκρυψε μέσα στην αγκαλιά του τον Ισαάκ και κοίταξε ψηλά. Στον ουρανό πετούσε ένα μπαλόνι τόσο κόκκινο, όσο και η εσάρπα της γυναίκας που πριν λίγο θα πουλούσε το παιδί, με την μεσολάβηση του Σβεν. Ο Άγιος έβγαλε την κόκκινη στολή του μπροστά στα έκπληκτα λαγουδάκια και έμεινε γυμνός. Σαστίσανε. Το τραίνο ξεκίνησε και μέσα σε αυτό ο Αβραάμ με τον κοιμισμένο Ισαάκ στην αγκαλιά του. Όλα απομακρύνθηκαν πια από τα μάτια του και χάθηκαν στον βραδινό ορίζοντα. Ίσως και να ήταν η πρώτη φορά που ο μικρός έμπαινε σε τραίνο. Όταν άνοιξε τα μάτια του κι αντίκρισε τον νέο του πατέρα χαμογέλασε:
"Τελικά πήραμε το τραίνο;" τον ρώτησε. Η νύχτα ήταν τόσο άσπρη, ίσως γιατί ο Ουρανός πάνω από την Ισλανδία δεν νυχτώνει πραγματικά ποτέ. Πρωί έφτασαν στην μικρή πόλη, αλλά κάπου εδώ η ιστορία έρχεται εκεί που ξεκίνησε. Και τα υπόλοιπα τα ξέρετε ε; Μην τα ξαναλέμε.

4. Σήμερα το πρωί, ο Αβραάμ κι εγώ ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλον «Καλά Χριστούγεννα». Σε λίγο καιρό δεν θα μένω πια με τον μπαμπά μου. Θα σπουδάζω Λογοτεχνία στο Παρίσι. Ο μπαμπάς λέει πως μάλλον είναι άχρηστες αυτές οι σπουδές. Εγώ όταν μιλάει κοιτάζω ψηλά. Και τον αφήνω να τελειώσει. Καταλαβαίνω πως για τον μπαμπά μου έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία η πραγματικότητα από τις επινοημένες ιστορίες. Αλλά έχω σκοπό σε λίγο να του διαβάσω το πρώτο μου διήγημα: «Ο ουρανός πάνω από την Ισλανδία». Νομίζω τελικά να τον πείσω πως έχω δίκιο.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Η πόρτα.



Να έχεις τίποτα άλλο παρά μόνο την πόρτα! Και να αρκεί αυτό για να είσαι νοικοκύρης.
Και να φωτογραφίζεσαι σαν νοικοκύρης. Ο νεαρός την έστησε όρθια την πόρτα του και περιμένει να έρθει και το σπίτι.
Είναι βέβαιος, το διαβάζω στα μάτια του και στην κορμοστασιά του!
Στη ζωή μου εγώ πάλι πολλές φορές είχα το σπίτι μεν, αλλά χωρίς την πόρτα, χωρίς την πίστη και τη διέξοδο.
Συχνά είχα πολλά, και περισσότερα από όσα χρειαζόμουν ακόμα, χωρίς να το γνωρίζω, ψάχνοντας στη ζωή μου τα κενά, και κρατώντας μόνο αυτά σαν σημαντικά…
Συνειδητοποιώ πόσο τελικά η ζωή είναι ένα ταξίδι δημιουργίας, όπου από αυτό που σου λείπει αναδύεται ίσως ένα από τα υπέρτατα δώρα της… το κουράγιο.

Σήμερα είναι μια τέλεια μέρα που με οδηγεί να αναζητήσω στα κενά της ζωής μου, να ψάξω αυτά που δεν έμαθα ακόμα!

Από την Ακαδημία Παιδικής Ηλικίας


Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Επίτηδες.




11 Δεκέμβρη

«Παιδί μου θα το κόψω!
Λέω να το κόψω το δέντρο πριν τις Γιορτές. Την τίναξε την πλάκα και πρέπει να το κόψουμε. Ποιος το περίμενε; Ήταν μια σταλιά πριν λίγα χρόνια. Πως μεγάλωσε έτσι; Έπινε πολύ νερό βλέπεις γιατί ήταν δίπλα στη βρύση. Παιδί μου πρέπει να το κόψω... θα ραγίσει το σπίτι. Η μάνα σου δεν ήθελε να το πειράξω, αλλιώς εγώ θα το 'χα "μαζέψει" από το '12. Αλλά το θεωρούσε γρουσουζιά. Της άρεσε να κοιμάται τα Καλοκαίρια στη σκιά του. Να το στολίζει έξω τα Χριστούγεννα, να το χαζεύουνε οι περαστικοί. Σάμπως περνάει πια κανείς από δω; Κι εσύ ακόμα δεν έρχεσαι. Λιγόστεψαν κι οι γείτονες.
Δεν μπορώ να ζω πια κάτω από το δέντρο, παιδί μου.
Ε! Γιορτές έρχονται. Θα το κόψω να το βάλω μέσα. Να έρθεις κι εσύ να το στολίσουμε, που σου αρέσει και που χάθηκες λίγο. Να έρθεις κι εσύ, να έτσι, λίγο να σε δω ε;»

18 Δεκέμβρη

Πάει βδομάδα, παιδί μου, που σου τηλεφώνησα. Και δεν μιλήσαμε.
Το σκέφτηκα. Μη και μου έχεις θυμώσει. Που είπα να το κόψω. Ε! δεν θα το έκοβα χωρίς να σε ρωτήσω… Και σε ρώτησα. Αλλά δεν έδωσες σημάδι τι να κάνω. Μπαίνουνε στο σπίτι νερά. Το είπε κι ο μηχανικός που ήρθε για τα στατικά. «Το δέντρο εκεί έξω, είπε, θα την πετάξει την πλάκα. Έχει μεγαλώσει πολύ. Να το κόψετε.»
Θα ρωτήσω πρώτα το παιδί μου, του είπα. Και περιμένω. Έφτιαξα σούπα σήμερα. Κολοκυθόσουπα που σου αρέσει. Που είναι αύριο Κυριακή. Κι ίσως να κλέψεις λίγο χρόνο να πεταχτείς. Να έρθεις παιδί μου, να το δεις και με τα μάτια σου. Πόσο πολύ μεγάλωσε. Και πως το καλύτερο είναι να κοπεί. Το πιο μεγάλο μέρος θα το κάψω. Στο τζάκι. Και το υπόλοιπο, ως την κορφή θα το στολίσω. Αλλά να μην περάσουνε κι οι γιορτές, μαζί να το στολίσουμε ε;. Μέσα, όχι έξω αυτήν την φορά. Ποιος να το δει έξω; Κανένας δεν περνάει πια. Κι εσύ ακόμα δεν έρχεσαι. Λιγόστεψαν κι οι γείτονες. Μην τα λέω και τα ξαναλέω.
Θα το κόψω!

24 Δεκέμβρη

Χρόνια πολλά παιδί μου.
Δεν ήρθες. Και το έκοψα. Και μοναχός μου το στόλισα. Αν έρθεις να το βρεις μέσα πια. Στο σαλόνι, εκεί δίπλα στο παράθυρο. Που καθότανε η μάνα σου; Απέναντι. Να φαίνεται απ’ έξω. Να αναβοσβήνουν τα φωτάκια. Να σε περιμένουν. Ξέρω αυτά τα μεγάλα ταξίδια με την εταιρία σου κρατάνε πολύ. Αλλά τα Χριστούγεννα ήρθανε, να τους πεις. Κι έχω κι έναν πατέρα που με περιμένει. Αλλά αν σε βαραίνω κι εγώ με τα δικά μου, πάλι πες το μου. Εμένα, μου φτάνει μόλις γυρίσεις και βρεις το μήνυμα να μην αργήσεις. Κι εγώ θα το κρατήσω στολισμένο, παιδί μου, ως το τέλος. Να σε υποδεχτεί.
Πάρε με μόλις πας σπίτι. Ε! δεν σου είναι και κόπος να φτάσεις από το Κέντρο, ίσαμε δω. Μια ώρα δρόμος. Εγώ στρωμένα θα έχω. Να ξαπλώσεις δίπλα στο δέντρο. Να το χαρείς!

31 Δεκέμβρη

Θα αλλάξει ο χρόνος απόψε, παιδί μου. Τόσο πολύ σε πείραξε που το έκοψα. Ε! μάθε το… Δεν το έκοψα. Έτσι στο είπα για να σηκωθείς και να ‘ρθεις. Έξω το στόλισα πάλι. Κι ας την πετάξει την πλάκα. Κι ας πέσει το σπίτι. Τι να το κάνω ολόκληρο σπίτι, άδειο;
Τώρα που σου είπα την αλήθεια, έλα! Κατάλαβες πως με έχει φάει να σε δω. Ήρθανε ανήμερα τα Χριστούγεννα η Σόνια κι η κόρη της και φάγαμε. Αλλά τι να τις κάνω; Τις βαριέμαι. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Με ρώτησαν για σένα. Έχει ταξίδια, είπα. Απανωτά. Πρωτοχρονιά συνήθως μου έρχεται. Ε! δεν τους αφήνουνε να αλλάξουν χρόνο στα Εμιράτα. Με τους αλλόθρησκους. Τι να πω; Αφού ξέρεις εγώ σε καλύπτω μια ζωή. Και με την μάνα σου το έκανα και πάντα θα το κάνω. Αφού καταλαβαίνω πως θες να ζήσεις και να κάνεις τα δικά σου. Αλλά πόσο μακριά είσαι πια; Αν οδηγούσα θα ερχόμουνα εγώ. Αλλά το κέντρο το φοβάμαι. Δεν το γνωρίζω πια. Εδώ στους απέναντι σηκώνομαι να πάω και το σκέφτομαι.
Που λες δεν το ‘κοψα. Όπως τα άφησες όλα είναι εδώ. Να σε τρομάξω ήθελα. Να σε φέρω. Έλεγα μέσα μου αν έρθει θα χαρεί που θα το βρει στην πόρτα πάλι, έξω κι όχι μέσα και θα μου πει: Τι πονηρός που είσαι μπαμπά; Καυσόξυλα το έκανες το δέντρο για να με φέρεις. Έκπληξη ήθελα να σου κάνω. Και τώρα αφού δεν σου την έκανα, θες να μου την κάνεις εσύ;

1 Γενάρη

Κοίτα γιε μου. Το δέντρο δεν το έκοψα. Αλλά το αλκοόλ το έκοψα. Τα πέταξα όλα τα μπουκάλια έξω. Πρωτοχρονιά. Να μπει καλά ο χρόνος όπως σου υποσχέθηκα. Ξέρω θα μου πεις: «Πατέρα, τα ίδια έλεγες και πέρυσι. Και το έκοψες για ένα μήνα. Και μετά πάλι τα ίδια. Και δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι, πατέρα». Και με συγχώρεσες. Αλλά δεν ήταν Πρωτοχρονιά. Είναι αλλιώς Πρωτοχρονιά. Μόνος εδώ. Και να μην πίνω. Είναι αλλιώς. Το έκοψα το ουίσκι, παιδί μου. Να ρώτα και την κυρία Σόνια, που με βοήθησε, κι είναι εδώ τώρα να σου πει. «Πες Σόνια» - «Ναι αλήθεια λέει, το έκοψε, χτες βράδυ που αλλάξαμε χρόνο μαζί σταγόνα δεν ήπιε. Αλήθεια λέει, το έκοψε. Όχι το δέντρο. Το ουίσκι έκοψε. Να έρθετε». Την άκουσες παιδί μου; Καλή χρονιά παιδί μου. Σε περιμένω.

2 Γενάρη

«τουτ… τουτ… τουτ…»

3 Γενάρη

«τουτ… τουτ… τουτ…»

4 Γενάρη

«Τουτ… τουτ… τουτ…»

6 Γενάρη

«Σας καλώ από το σπίτι του πατέρα σας. Δεν ξέρω αν θα λάβετε έγκαιρα αυτό το μήνυμα. Ο μπαμπάς σας είναι στο Νοσοκομείο. Έκοψε τα χέρια του με ένα ποτήρι. Ήπιε πάλι. Κρίμα. Ήπιε και μετά το έσπασε το ποτήρι. Και κόπηκε. Επίτηδες κόπηκε. Τον βρήκαμε σήμερα η κόρη μου κι εγώ. Η Σόνια είμαι από απέναντι. Ήτανε καλός άνθρωπος… Είναι… Αν θέλετε βιαστείτε. Μας είπε πως μένετε στο Κέντρο, ίσως όχι και πολύ μακριά από το Νοσοκομείο. Στον Ευαγγελισμό τον έχουνε. Πρώτος όροφος. Β’ Παθολογική. Μακάρι να ακούτε.»

7 Γενάρη

«Χρόνια Πολλά. Σας καλούμε από τον Ευαγγελισμό, από την Κλινική… Τουτ!»

- Νομίζω το έκλεισαν, όχι κατά λάθος. Άφηνα μήνυμα στον τηλεφωνητή και κόπηκε η γραμμή. Εντάξει, εντάξει θα ξανακαλέσω. Αλλά σας λέω μου το έκλεισαν κατάμουτρα. Καλά, καλά, ξανακαλώ.

«Ναι; …Τουτ!»

- Κόπηκε πάλι!!! Είναι σίγουρο. Το κάνουν επίτηδες.






Όταν η άγνοια ουρλιάζει, η νοημοσύνη σιωπά.

 Ο γάιδαρος είπε στην τίγρη: "Το γρασίδι είναι γαλάζιο". Η τίγρης απάντησε: "Όχι, το γρασίδι είναι πράσινο". Η συζήτηση ...