Ήταν μια όμορφη ιδέα
αναμφίβολα.
Ήρθε χαράματα γεμάτη υποσχέσεις.
Ξεπέζεψε γυμνή από ένα όνειρο
και κάθισε ανάλαφρα στου κρεβατιού την άκρη.
Μισόκλεισα για μια στιγμή τα μάτια
να δω αν ονειρεύομαι
σαν τ' άνοιξα
μονάχα σκόνη απ' του αλόγου τις οπλές.
Μου είχε φύγει.
Κι ήταν μια όμορφη ιδέα
σας ορκίζομαι.
Ίσως γινόταν ένα ποίημα, ένας έρωτας
ένα ταξίδι στα μυστήρια της Ιθάκης
γαλάζια πινελιά στα παραμύθια μου
παράθυρο στην χώρα των θαυμάτων.
Ίσως γινόταν μια σημαία, ένα μήνυμα
ροδόσταμα στο μύλο της ελπίδας
ένα ψωμί, εκατομμύρια ψωμιά
για να χορτάσουν τα πουλιά όλου του κόσμου.
Ήταν μια όμορφη ιδέα
αναμφίβολα.
Ή μήπως ήταν η ιδέα μου μονάχα;
Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά.
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ' αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ...
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ...
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι' αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω... μερικές φορές...
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν...
Α ρε μάνα.
Αφέθηκα στα παραμύθια σου,
σε εκείνα που έκλειναν οι πληγές με την φωνή σου.
Θυμάσαι Μάνα;
"Φυλάξου μου έλεγες,θα έρθει ο μπαμπούλας",
μα ποτέ σου δεν μου τον έδειξες
μου λεγες ..."μην φοβάσαι εγώ εδώ είμαι".
Την νεράιδα Μάνα την θυμάσαι;
Αυτή που το δόντι θα μου έπαιρνε;
Ποτέ μου Μάνα δεν την είδα.
"Γιατί;" σε ρώταγα.
"Θα μεγαλώσεις" μου έλεγες "και θα καταλάβεις".
Όχι ρε Μάνα δεν κατάλαβα.
Ακόμα προσπαθώ.
Μαζί περίμενα να μεγαλώσουμε
στο πλάι σου να καταλάβω.
Δεν περπάτησα μόνη μου,εσύ με κρατούσες.
Και χτύπαγα Μάνα και μου λεγες "δεν πειράζει μεγαλώνεις"
Μα ακόμα χτυπάω Μάνα και πονάει πιο πολύ.
Η ψυχή είναι που στάζει αίμα Μάνα η ψυχή.
Η πόρτα μας δεν χτυπά συχνά πλέον Μάνα
παιδιά δεν παίζουν έξω από αυτήν,
και στον καθρέφτη χθες η απουσία σου με κέρασε μια άσπρη τρίχα.
Δεν τις μπορώ τις αλήθειες άλλο ρε Μάνα.
Θέλω πίσω των παραμυθιών την αγκαλιά σου.
Είναι και εκείνος ο γιατρός που κάπως μου τα είπε....δεν θυμάμαι.
Φοβάμαι ρε Μάνα όταν λείπεις.
Γαμώτο ρε Μάνα....
έλα να το φιλήσεις να περάσει.....
Γερνάω μαμά.
Μέσα στον καθρέφτη μου δεν βλέπω εμένα πια.
Εσένα βλέπω.
Τις νύχτες συνήθως κρυώνω μαμά..
Δεν σκεπάζομαι μήπως έρθεις και με βρεις έτσι όπως οταν ήμουν μικρή και νιώσω τα χέρια σου να μου χαϊδεύουν το μέτωπο.
Φοβάμαι μαμά..
Όλοι ήρθανε στην ζωή μου για να πάρουνε.
Με κάνανε κομμάτια και με μοιραστήκανε.
Κανένας δεν ήρθε για να δώσει.
Έχει μείνει ακόμα πάνω μου ένα μικρό κομμάτι που μαρτυρά ότι είμαι ακόμα άνθρωπος.
Το φυλάω γερά μήπως έρθει κάποιος να με αγκαλιάσει να του τα χαρίσω..
Να έχω και εγώ κάτι να του δώσω.
Γερνάω μαμά..
Ήθελα βλέπεις να τα δώσω όλα, να τα ζήσω όλα, να τα σκοτώσω όλα, να τα αναστήσω πάλι.
Πάντα ήμουνα εκείνη που τα έκανε μόνη της όλα.
Όμως αρνούμαι να με υπερασπιστώ, δεν θέλω να με αθωώσει κανείς.
Να με αγαπήσει θέλω.
Να με πονέσει.
Και όσο εγώ το λαχταρούσα αυτό, τόσο μου τρυπούσαν όλοι σαν αγκάθια το σωμα μου.
Δεν κατάλαβαν ποτέ τους μαμά.
Αυτό το παράπονο έχω.
Πόνεσα πολύ μαμά..
Πέρασαν χρόνια ολόκληρα έχοντας μεσα μου μια καταραμένη καρδιά που με ξεγελούσε.
Τυφλή ήταν απο την γέννηση της και με ανάγκαζε εγώ να την οδηγώ.
Είμαστε χρόνια σε έναν βουβό πόλεμο εμείς οι δύο.
Εγώ ζω ακόμα γιατί αυτή η χαζούλα χτυπάει, πριν το μυαλό μου κάνει τους υπολογισμούς του.
Στην διαδρομή έπεσα κάτω πολλές φορές.
Μερικές από αυτές μαράθηκε το σώμα μου περιμένοντας, ενώ η ψυχή μου χόρευε πιο ‘κει ανάλαφρη.
Αλλού ξάπλωνε η σκιά μου να ξαποστάσει και αλλού χαϊδεύανε τις πληγές μου ξένα χέρια και τις φιλούσαν ξενα σώματα.
Γερνάω μαμά..
Ήσυχα και με την ακρίβεια ενός ρολογιού γίνομαι εσύ.
Σαν να έχασαν τα όμορφα τριαντάφυλλα στον κήπο σου το κόκκινο τους χρώμα.
Σαν να έγειραν λυπημένες οι τουλίπες σου στο χώμα.