Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Έλλη Αλεξίου: Θα μπορούσα να ερωτευτώ και στα 90 μου

 Έλλη Αλεξίου



—Ο έρωτας αλλάζει τον άνθρωπο;

—Ο έρωτας είναι ένα από τα ωραιότερα αισθήματα του ανθρώπου. Όταν γνωρίσω ένα νέο και μου πει ότι δεν ερωτεύτηκε νιώθω οίκτο γι’ αυτόν. Γιατί δεν έχει νιώσει το πιο ωραίο αίσθημα του ανθρώπου. Μας γεμίζει, μας απασχολεί όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας. Θέλουμε να γίνουμε καλύτεροι για το χατίρι του, θέλουμε να γίνουμε σημαντικότεροι για το χατίρι του, θέλουμε ν’ αρέσουμε και για ν’ αρέσουμε πρέπει να είμαστε διαρκώς στο δρόμο της βελτίωσής μας.

Δεν είναι απλώς ένα γέμισμα ζωής, αλλά είναι και μια μέθοδος ζωής, είναι πορεία ζωής, είναι είδος κινητήριας δύναμης.

Όπως έχουμε τις δυνάμεις της κίνησης -κινείται, λέμε, με τον ατμό, κινείται με τον αέρα, κινείται με τον ηλεκτρισμό, με το μαγνητισμό. Ο αισθηματίας άνθρωπος κινείται με τον έρωτα. Ζει, υπάρχει με τον έρωτα. Και είναι ένα αίσθημα, ευτυχώς, που δεν εξαντλείται και ούτε καν έχει ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι όσο ωριμάζεις τόσο καλύτερα τον καταλαβαίνεις τον έρωτα. Ο έρωτας του ανώριμου ανθρώπου δεν είναι τίποτα. Είναι κι αυτός ανώριμος, τίποτα απολύτως. Δεν είναι ουσία της ζωής του, είναι ψιμύθιο της ζωής του.

(…) Όταν βλέπω ανθρώπους που είναι απογοητευμένοι απ’ τον έρωτα, προσπαθώ να τους πείσω ότι είναι ευτυχείς, ότι αυτόν τον πλούτο που νιώθουνε, δε θα τον ξανανιώσουνε. Δεν έχει σημασία αν πάσχουνε. Είναι σαν τον καλλιτέχνη. Όταν κάνει ένα καταπληκτικό έργο τέχνης και βρίσκεται κάτω από την επήρεια της συγκίνησης της μεγάλης τέχνης είναι δυστυχής; Ο ίδιος δεν καταλαβαίνει βέβαια τι είναι, δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει.

Αλλ’ αυτό είναι ευτυχία, είναι πλούτος ζωής. Όταν σου περάσει αυτό το αίσθημα το ερωτικό, θ’ αντιληφθείς ότι είσαι ένα ον παρόμοιο προς το φυτό, προς το ζώο. Υπάρχεις όταν είσαι ερωτευμένος.

(…) Όταν ο άνθρωπος χάσει τον έρωτα, αποξηραίνεται, απλώς ζει, απλώς υπάρχει, όπως λένε για τα μέταλλα που απλώς υπάρχουν. Ε, το ίδιο και ο άνθρωπος.

—Μπορεί ν’ αναπτυχθεί μία σχέση ερωτική όταν υπάρχει χάσμα πνευματικό;

—Μα ο έρωτας δε φαντάζομαι να ζυγιάζεται με τα εκατέρωθεν βάρη ικανοτήτων ή κοινωνικής θέσης, βέβαια επηρεάζεται, αλλά δεν εμποδίζεται. Μπορεί να γίνεται πιο δύσκολος, κάποτε και ανυπέρβλητος.

Νομίζω ότι εις τον έρωτα εξυπακούεται ότι υπάρχει και κάποια άλλη δύναμη, στο πρόσωπο που ερωτευόμαστε. Θέλεις να ’ναι μια ανωτερότητα πνευματική, διανοητική, να έχει ηρωική στάση απέναντι στη ζωή. Ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή ότι σε συγκινούν πολλές πλευρές.

Αν γνωρίσεις έναν άνθρωπο, διανοητικά, πνευματικά, οπωσδήποτε συναισθηματικά κατώτερο, δεν μπορείς να συγκινηθείς. Βέβαια οι κοινωνικές τοποθετήσεις δημιουργούν εμπόδια στον έρωτα. Είναι γεγονός. Εάν κάποιος θέλει να μείνει στο ύψος του ως διοικητής, διευθυντής, ως υπεύθυνος μιας θέσης, δεν μπορεί να κάνει δεσμό με μια υπάλληλό του. Είναι γεγονός αυτό και σωστό είναι. Έτσι πρέπει να γίνεται. Εκτός αν, βέβαια, νιώσει ένα τόσο ισχυρό έρωτα, οπότε εγκαταλείψει και τις θέσεις και τα μεγαλεία και…

(…) Ο έρωτας δεν εξαρτάται απ’ την ανταπόκριση. Ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται όταν στον έρωτά του υπάρχει ανταπόκριση. Μπορεί να ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση, όπως μπορεί να έχει ανταπόκριση και ο ίδιος να μην ερωτεύεται, να τον αγαπούν χωρίς ν’ αγαπά.

—Δεν υποφέρει όμως αυτός που δεν έχει ανταπόκριση;

—Σίγουρα, αλλά βέβαια το να τον αγαπούν κι αυτός να μην αισθάνεται τίποτα είναι μηδέν γι’ αυτόν, το ανύπαρκτον. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ανταπόκριση. Νομίζω ότι πιο πολύ αγαπά όταν δεν υπάρχει.

—Και πώς το εξηγείτε αυτό;

Διότι σου λείπει κάτι και το επιθυμείς. Όταν το έχεις, δεν το επιθυμείς. Όταν έχεις κάτι δεν πάσχεις. Πάσχεις όταν δεν το έχεις. Έτσι λέω εγώ…

(…)

—Πιστεύετε ότι υπάρχει όριο ηλικίας στον έρωτα;

—Στο ρομαντικό έρωτα δεν υπάρχει όριο.

—Θα μπορούσατε να ερωτευτείτε ρομαντικά εσείς που πλησιάζετε τα ενενήντα;

—Βεβαίως. Σ’ όλη μου τη ζωή υπήρχαν άνθρωποι που τους αγάπαγα. Αλλά όλα τ’ άλλα νταραβέρια ήτανε πάντοτε ξένα από μένα.

(…)
.
.

..Έλλη Αλεξίου..

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Χωρίς ήλιο..




Μας βλέπει ο Ήλιος σούρουπο... όταν δύει.
Ένα παράξενο πράγμα.
Μένουμε μέσα και βγαίνουμε εκεί λίγο πριν πέσει να τον δούμε κι εμείς. Να του πούμε "καληνύχτα". Έτσι κύλησε η ζωή σε αυτόν τον δρόμο τα τελευταία 50 χρόνια που χτίστηκε το απέναντι κτήριο. Εγώ τον πρόλαβα τον δρόμο και πριν χτιστεί. Όχι μεγάλες διαφορές αλλά να! μετά το απομεσήμερο είχαμε Ήλιο. Κρατούσε τις σωστές ώρες 4 με 7 να βγούμε να παίξουμε μετά το σχολείο...
Μου λένε πως σε κάποια μέρη στον κόσμο είναι χειρότερα... έχουν έξι μήνες νύχτα. Και κάπου στους πόλους δεν ξημερώνει ποτέ.
"Καλύτερα εμείς από αλλού" έλεγα στα παιδιά μου πριν 20 χρόνια, που ήτανε κι εκείνα μικρά και θέλανε παιχνίδι στο φως. Γέμιζε η γειτονιά με φωνούλες για 90 λεπτά, όταν έσκαγε το φως Του πάνω στις προσόψεις των σπιτιών μας και τα χρώματα γίνονταν επιτέλους χρώματα, οι άνθρωποι πιο γελαστοί και τα παιδιά πιο ανέμελα.
Μεγάλωσαν, φύγανε, πήγανε σε πόλεις και σε χώρες που ο Ήλιος σχεδόν δεν δύει ποτέ, άλλος στην Ελλάδα, άλλος στην Αφρική... Πέθαναν κι άνθρωποι στην γειτονιά, έχασα κι εγώ τον άνθρωπό μου πέρυσι, αλλά κανένα μου παιδί δεν είχε τον χρόνο να γυρίσει. Εγώ καταλάβαινα. Τους είπα: "Η Αγάπη δεν μετράει χιλιόμετρα, ούτε ο Πόνος. Και να έρθετε ως εδώ, δεν θα γυρίσει πίσω". Δεν θέλω τα παιδιά να σέρνουνε ενοχές και τραύματα. Άστα να μαζεύουν Ήλιο.
Έμαθα και στην μοναξιά, έμαθα και στην λύπη. Και δεν το κάνω και θέμα. Ένα μόνο παράπονο με τρώει. Όταν βγάζει συννεφιά κι έρχεται η ώρα Του να φωτίσει τα παράθυρά μου και τα σύννεφα δεν Τον αφήνουν. Για αυτήν την έρημη την μια ώρα που Τον περιμένω να έρθει και δεν μπορώ να Τον χαρώ. Αυτό με τυραννάει. Και η βροχή που ξεπλένει το ανθρώπινο από το μη ανθρώπινο, κι αυτή ακόμα μέσα μου έχει δικαιολογία. Αλλά το αραιό συννέφιασμα, ειδικά τώρα που δεν έχω παρέα, με θυμώνει, να! θα το πω, με εξοργίζει.
Ποτέ δεν έφυγα από δω.
Θέλω την ώρα που θα φεύγω, να σκάσει στα παράθυρά μου, έτσι απογευματάκι, να κατρακυλάνε τα χρώματα στις προσόψεις των σπιτιών, κι εγώ από μέσα, να αποχαιρετώ για πάντα μια ζωή χωρίς Ήλιο.
Αυτό εύχομαι, να!
Να φεύγω την ώρα που θα φεύγει.
Για να με πάρει.
Μαζί Του.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

"Ο κόσμος δεν έγινε τώρα κακός.... πάντα ήταν".


Δείτε αυτή την κυρία
Ας μην ξεχάσουμε ποτέ το όνομά της..
Irena Sendler




"Ο κόσμος δεν έγινε τώρα κακός.... πάντα ήταν". "Το βραβείο δεν το παίρνει πάντα αυτός που το αξίζει"

Πρόσφατα πέθανε μια 98χρονη κυρία που την έλεγαν Ιρένα.
Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου η Ιρένα εργαζόταν στο γκέτο της Βαρσοβίας ως ειδική υδραυλικός υπονόμων.
Είχε όμως κι έναν απώτερο σκοπό.
Όντας Πολωνέζα ΗΞΕΡΕ ποια ήταν τα σχέδια των ναζί για τους Εβραίους.
Η Ιρένα έβγαζε λαθραία βρέφη τοποθετώντας τα στον πάτο της εργαλειοθήκης της ή σε ένα σάκο από λινάτσα που είχε στην καρότσα του φορτηγού της για τα μεγαλύτερα παιδιά.
Ακόμα, είχε ένα σκύλο στην καρότσα, που τον είχε εκπαιδεύσει να γαβγίζει όταν οι ναζί φαντάροι της άνοιγαν να μπει ή να βγει από το γκέτο.

Οι φαντάροι, φυσικά, δεν ήθελαν πάρε-δώσε με το σκύλο, ενώ το γάβγισμά του κάλυπτε τους θορύβους/ήχους που έκαναν τα βρέφη/παιδιά!
Στο διάστημα που το έκανε αυτό, κατάφερε να φυγαδεύσει και να σώσει 2.500 παιδιά και βρέφη.

Συνελήφθη και οι ναζί τη χτύπησαν πάρα πολύ άσχημα και της έσπασαν και τα χέρια και τα πόδια.
Η Ιρένα κράτησε ένα αρχείο με τα ονόματα των παιδιών που είχε διασώσει και το φύλαξε σ΄ένα γυάλινο βάζο που έθαψε κάτω από ένα δέντρο στην αυλή της.

Μετά τον πόλεμο, προσπάθησε να εντοπίσει όσους γονείς είχαν επιζήσει και επανένωσε τις οικογένειες.
Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν πεθάνει στους θαλάμους αερίων. Τα παιδιά αυτών, τα βοήθησε να τακτοποιηθούν σε θετές οικογένειες ή να υιοθετηθούν.

Το 2007, η Ιρένα προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Δεν επελέγη.

Ο Πρόεδρος Ομπάμα το είχε κερδίσει ένα χρόνο πριν γίνει Πρόεδρος, για την εργασία του ως "οργανωτής κοινότητας" για το ACORΝ... και ο Αλ Γκορ το κέρδισε το 2007, για ένα φιλμ σχετικά με την υπερθέρμανση της γης...

Εις μνήμην της - 63 χρόνια μετά...

Βάζω το λιθαράκι μου προωθώντας αυτό το μήνυμα

Ελπίζω να κάνετε κι εσείς το ίδιο...

Είναι τώρα πάνω από 60 χρόνια που τέλειωσε ο Β΄Παγκόσμιος στην Ευρώπη.

Αυτό το μήνυμα στάλθηκε ως "μνημόσυνη αλυσίδα", εις μνήμην των 2 εκατομμυρίων Εβραίων, 20 εκατομμυρίων Ρώσων,500.000 Ελλήνων, 10 εκατομμυρίων χριστιανών, που δολοφονήθηκαν, σφαγιάστηκαν, βιάστηκαν, κάηκαν, λιμοκτόνησαν και ταπεινώθηκαν.

Είναι επιτακτική ανάγκη να διασφαλιστεί ότι ο κόσμος ποτέ δεν θα ξεχάσει, γιατί υπάρχουν άλλοι που θα το ξανά έκαναν...



Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Καλή Ανάσταση ψυχής .


Φωτογραφία: Αντώνης Σερκετζής

Ποτέ άλλοτε δεν είχε η ανθρωπότητα την ευκαιρία,να σταματήσει ολόκληρη ταυτόχρονα τον ακράτητο καλπασμό της. Να κάνει ένα απρόσμενο διάλειμμα – έστω και αναγκαστικό – από το ποδοβολητό της πάνω σε τούτο τον πλανήτη. Να κάνει ένα βήμα πίσω, να πάρει μια βαθειά ανάσα και να έρθει αντιμέτωπη με τον εαυτό της.

Οι περισσότεροι θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με την μοναξιά. Θα καταλάβουν ότι δεν αντέχουν να είναι μόνοι γιατί δεν έχουν τι να πουν με τον εαυτό τους. Έχουν μάθει να ορίζουν την υπαρξή τους μέσα από τα μάτια των άλλων.

Μέσα από επαγγελματικές επιτυχίες, μεγάλους έρωτες υψηλές ταχύτητες, ρετουσαρισμένες photos και βεβιασμένα likes. Και όταν αυτά λείψουν τότε χάνουν και την ισορροπία τους. Όταν τα μάτια των γύρω δεν κοιτούν, τότε χάνουν τον εαυτό τους. Όμως δεν είναι τα επιτεύγματα μας που καθορίζουν την ύπαρξή μας, άλλα η ουσία μας…

Άλλοι θα αναγκαστούν να έρθουν αντιμέτωποι με τις σχέσεις που έφτιαξαν. Τα παιδιά, τους γονείς, τους συντρόφους. Κλεισμένοι σ’ ένα σπίτι χωρίς ελπίδα διαφυγής, δε θα υπάρξει άλλος τρόπος παρά να δουν ένας τον άλλον κατάματα. Να λουστούν εκείνα τα κακομαθημένα παιδιά που εκείνοι κατάντησαν έτσι και μετά τα ξαμόλησαν στον κόσμο. Να αντιμετωπίσουν επιτέλους έναν γάμο που έχει τελειώσει και όλο αναβάλλεται λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Να τεστάρουν αν πραγματικά μπορούν και αντέχουν να μείνουν με το νέο τους σύντροφο…

Και με αυτό το σύννεφο του θανάτου πάνω από τα κεφάλια μας, ας αναλογιστούμε τι άξιζε από όσα ζήσαμε ως εδώ. Ας θυμηθούμε τι κάναμε πριν μερικές βδομάδες… γιατί θυμώναμε.. γιατί παλεύαμε.. κι αν όλα αυτά έχουν ακόμα αξία τώρα. Κι αν δεν έχουν, ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε.

Δεν μπορούμε να πορευτούμε άλλο σαν είδος με μοναδικές αξίες το χρήμα και την εικόνα. Τίποτα από τα δύο δεν μπορεί να μας βοηθήσει τώρα. Μας το δείχνει η ζωή χρόνια τώρα. Μας το φωνάζει το σύμπαν. Μας το ουρλιάζει ο πλανήτης. Ο πλανήτης που καταστρέφουμε κάθε μέρα που σηκωνόμαστε από το κρεβάτι μας και χοροπηδάμε στην πλάτη του με την έπαρση του κυρίαρχου είδους.

Κι όμως…δεν είμαστε το κυρίαρχο είδος. Τα μικρόβια είναι..! Αυτό, το μικρότερο όλων των πλασμάτων είναι που θα επιβιώσει μιας πιθανής ολικής καταστροφής. Όχι εμείς. Και αυτό έρχεται τώρα να μας απειλήσει μ’ έναν τρόπο τόσο απόλυτο που θα μας υπενθυμίσει το πόσο ασήμαντοι είμαστε όλοι μας για τούτο τον πλανήτη.

Όλοι! Άνδρες, γυναίκες, μικροί, μεγάλοι, πλούσιοι, φτωχοί, μετανάστες, ντόπιοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι… Όλοι!

Όποιος και να λείψει από εμάς ,ο πλανήτης θα συνεχίζει να γυρίζει. Για την ακρίβεια, όσο εμείς νοσούμε ο πλανήτης θα θεραπεύεται.

Όσο μένουμε κλεισμένοι στα σπίτια μας, ο αέρας και τα νερά θα καθαρίζουν από τα υπολείμματα μας.

Τα ζώα και τα πουλιά θα γυρνούν ελεύθερα χωρίς τον φόβο μας. Η Γη θα κάνει επιτέλους ένα διάλειμμα από την παρουσία μας και θα ανθίσει…

Κι αυτό ας μας γίνει ένα μάθημα που θα το θυμόμαστε όταν θα ξαναξεχυθούμε εκεί έξω. Να θυμόμαστε ότι κανείς μας δεν είναι σημαντικότερος κανενός σε αυτή τη Γή και ότι εκείνη θα συνεχίζει να γυρίζει ακόμα και χωρίς εμάς.

Κι αν δεν το καταλάβουμε μόνοι μας τότε το επόμενο μας μάθημα θα είναι ακόμα δυσκολότερο…"


Καλή Ανάσταση ψυχής .

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Εκείνη και Εκείνος.


"Δεν είναι γριά, δεν είναι γέρος. Δεν είναι «πακέτο», δεν είναι ηλίθιος, δεν είναι ζαβός. Ναι, έχει άγνοια κινδύνου. Την ίδια άγνοια που χρόνια τώρα έχει και βγαίνει έξω μόνος, και φροντίζει τον εαυτό του μόνος, κι έχει κάνει παρέες στο ΚΑΠΗ και στην πλατεία γιατί εσύ δουλεύεις, σοσιαλιζεσαι και δεν προλαβαίνεις.
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε όταν ερχόταν με 5 συγκοινωνίες με ο,τι καιρό και να είχε να σου προσέξει τα παιδιά σου! Να στα φροντίσει με ιώσεις, με δυσκολίες, με «όλα τα καλά».
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε όταν πήγαινε στη λαϊκη και τα έπαιρνε όλα λειψά για να σου πάρει και για το δικό σου σπίτι!
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε όταν δούλευε σαν σκυλί για να μη σου λείψει τίποτα τσακίζοντας το σώμα του και τις αντοχές του!
Δεν είναι γέρος και γριά, δεν είναι όλα τα κοσμητικά που του έχεις φορέσει! Είναι ο πατέρας σου, η μάνα σου, ο παππούς σου, η γιαγιά σου, ο συγγενής σου, ή ο γείτονας!
Γι’αυτο όσο δίκιο κι αν έχεις που φωνάζεις για το καλό του, βουτά τη γλώσσα στο μυαλό, εσυ κι εγώ τους μάθαμε στην επιβίωση και στην άγνοια κινδύνου και τώρα τους ζητάμε προσαρμοστικότητα, αντίληψη, αλλαγή, με άμεση εφαρμογή. Σαν να πατάμε κουμπάκια.
Ε μάθε εσύ που έχεις τόσο υποτιμητικά λυσσάξει με το «γριές και γέροι» και «για εσάς μένουμε εμείς μέσα» να κλείνεις λίγο το στόμα σου.
Ναι, πρέπει να μείνουν μέσα. Ναι, δεν το έχουν καταλάβει. Ναι, πες το 5000 φορές. Μέχρι να καταλάβουν.
Όσες χρειάστηκε να σου πουν κι εσένα να μην κάνεις κάθε μαλακία που έκανες και ήρθαν να σε ξεμπλέξουν, να σε φροντίσουν και να σε κανακέψουν!
ΔΕΝ είναι ο γέρος κι η γριά. Είναι κάποιου μάνα και πατέρας. Δεν είναι το πακέτο που σε βαραίνει ανόητε!
ΚΑΙ ΑΝ ΔΕ ΤΟΥΣ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ,ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΑΞΙΑ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ!ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΙΔΕΑ!
Άντε γιατί πήξαμε στους μάγκες."

Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

Ποια μοναξιά ?



φώτο από το διαδίκτυο.

Και...αφού μπόρεσες και άντεξες να κλειστείς πίσω από την πόρτα του σπιτιού σου και να σε συναντήσεις ,αντέχεις και να βάλεις όλους τους ανθρώπους πάνω στο τραπέζι..
Εσένα και τους άλλους..
Να τους έχεις εσύ απέναντι αυτήν την φορά..
Αν το κάνεις,δεν ξέρω πραγματικά ,δεν ξέρω αν σου φτάσει ο χρόνος της απομόνωσης σου.
Ποια μοναξιά ?
Δεν θα έχεις ,αφού κάθε μέρα θα μπορείς,να έχεις τουλάχιστον έναν καλεσμένο ..
Βάλε ένα ποτήρι κρασί και κοίταξε τον από την κορφή ως τα νύχια.
Τον συγγενή,τον φίλο,τον γνωστό,τον σύντροφο,τον νυν,τον πρώην,τον συνεργάτη,ακόμα κι αυτόν με την απροσδιόριστη ταυτότητα ως προς εσένα.
Ποιος υπάρχει?
Γιατί υπάρχει?
Πως υπάρχει?
Που υπάρχει?
Υπάρχει?
Και αφού μπόρεσες και άντεξες να κλειστείς πίσω από την πόρτα του σπιτιού σου,είσαι δυνατός,έχεις αξία,έχεις σεβασμό,έχεις τσαγανό,έχεις ενσυναίσθηση...
Τώρα ΜΕΝΕΙΣ ΣΠΙΤΙ και μπορείς να αποφασίσεις εσύ,όταν ανοίξεις ξανά την πόρτα του εγκλεισμού σου,ποιους θα ξανά συναντήσεις και για ποιον λόγο..
ΜΕΝΕΙΣ ΣΠΙΤΙ γιατί το επιβάλει η συνθήκη και η συνείδηση σου.
Όταν βγεις,φρόντισε να έχεις ξεσκαρτάρει και από τους «κατά συνθήκη» και να κρατήσεις τους «κατά βούληση»!..

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Το παλτό.

Artist: Dominique Robert

Θα έβγαινε ο χειμώνας χωρίς παλτό. Δεν πειράζει. Τις νύχτες ο Σαμπού είχε τη Νάνα. Η Νάνα ήταν χνουδωτή, την αγκάλιαζε και τον ζέσταινε. Η Νάνα τον αγαπούσε πολύ. Όταν ο Σαμπού γεννήθηκε στο Κάιρο, η Νάνα ήταν πέντε χρονών. Τώρα είναι πέντε ο Σαμπού και δέκα η Νάνα. Αλλά για τα σκυλάκια μετράει αλλιώς η ηλικία και στην πραγματικότητα η Νάνα έχει την ηλικία που θα είχε τώρα η μαμά του Σαμπού αν ζούσε. Λένε πως η αγάπη ανάμεσα στα παιδιά και τα ζώα, μόνο με την αγάπη που έχει ο Θεός για τον άνθρωπο μπορεί να συγκριθεί. Ο Σαμπού δεν θυμάται και πολλά για την μαμά, τον μπαμπά, τα αδέλφια κι τους άλλους που μένανε κάποτε όλοι μαζί. Μετά από τις Καταστροφές, που οι μόνοι που επέζησαν από μια πολυμελή οικογένεια ήταν εκείνος και η Νάνα, ξέχασε τα πάντα. Ένα αξιοζήλευτο Τώρα έκανε την ζωή του όμορφη. Δεν είναι εύκολο για κανένα παιδί να μεγαλώνει μόνο στους δρόμους. Αλλά όταν ο κόσμος αλλάζει και πολλά παιδιά έχουνε αυτήν την κατάληξη, η κοινή αυτή μοίρα γεννάει τις συνθήκες. Και επειδή αυτές οι συνθήκες ήταν μαζικές, ο Σαμπού είχε τον Πατρίκ, ως φύλακά του από την Πρόνοια και κατά τα άλλα την έβγαζε καλά στο πεζοδρόμιο. Η Νάνα βέβαια αν είχε μιλιά θα έλεγε πως ο Πατρίκ δεν ξέρει από παιδιά, γιατί ούτε είχε ποτέ δικά του, ούτε ο ίδιος θυμάται πως είναι να είσαι παιδί. Απλά εκτελεί το καθήκον του, τους φέρνει κάθε μέρα φαγητό και κοιτάζει αν έχουνε κουβέρτες. Έταξε μάλιστα στην αρχή του χειμώνα ένα παλτό στον Σαμπού και μετά ξέχασε να του το φέρει. Καλά που η Νάνα ήταν το πιο καλό παλτό, τις κρύες νύχτες για τον μικρό. Τι να μας πει κι ο άνθρωπος σε αυτά τα χρόνια; Όλοι οι άνθρωποι για την Νάνα ήταν αμελείς και μερικώς επικίνδυνοι. Γιατί δεν ξέρανε να μπαίνουν στην θέση του άλλου. Η Νάνα ήξερε. Κι ο Σαμπού ήτανε πολύ τυχερός που την είχε. Κι η Νάνα το ίδιο. Τυχερή και ευγνώμων.

Ένα από τα τελευταία κρύα βράδια, ο Σαμπού άρχισε να βήχει. Ο βήχας του γινόταν όλο και πιο σκληρός. Η Νάνα είχε δει πολλά παιδιά να πεθαίνουν στα κράσπεδα μετά τις Καταστροφές από βήχα. Κολλούσε λοιπόν το κορμάκι της το χνουδωτό πάνω στο στήθος του Σαμπού και τον κράταγε όσο πιο ζεστό γινόταν. Καλύτερα κι από παλτό. Ο Πατρίκ εντόπισε τον βήχα του μικρού και κανόνισε ο Σαμπού να μεταφερθεί στο κεντρικό νοσοκομείο. Εκεί βέβαια δεν επιτρέπονταν σκυλιά. Η Νάνα ξημεροβραδιαζόταν έξω από την κεντρική Πύλη και κάθε φορά που έβλεπε τον Πατρίκ να έρχεται για να επισκεφτεί τον Σαμπού, έτρεχε πίσω του μέχρι το σημείο που οι φύλακες την κλωτσούσαν και την έδιωχναν. Η Νάνα περίμενε να τελειώσει το επισκεπτήριο και ο Πατρίκ να βγει από το κτήριο. Τότε τον τρέλαινε στριφογυρνώντας στα πόδια του. Ο Πατρίκ της έδινε κάτι αποφάγια. Και μετά άπλωνε το χέρι του, της χάιδευε το σγουρό κεφάλι και της έλεγε: "Πάει καλύτερα." Αυτό το "καλύτερα" κράτησε είκοσι μέρες. Ένα μεσημέρι ο Σαμπού βγήκε από το Νοσοκομείο και τον συνόδευε μια κυρία όμορφη με σγουρό μαλλί κατάμαυρο από την Πρόνοια. Το χρώμα του Σαμπού ήταν όπως πριν αρρωστήσει και το βλέμμα του καθαρό. Μόλις είδε την Νάνα ξέφυγε από τα χέρια της κυρίας και την άρπαξε στην αγκαλιά του. Η Νάνα ξαναγάπησε εκείνη την στιγμή τον Θεό και τους ανθρώπους. Μείνανε έτσι σφιχταγκαλιασμένοι για λίγα λεπτά και η κυρία είπε ήσυχα: "Εκεί που πάμε Σαμπού, αυτό το σκυλάκι δεν μπορεί να έρθει." Ο Σαμπού την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και μετά κοίταξε την Νάνα που ήταν ξεκάθαρα απελπισμένη. "Ούτε εγώ μπορώ να έρθω" είπε. "Εσύ πρέπει να έρθεις για να γίνεις τελείως καλά, θα έχεις και δικό σου παλτό πια" του είπε εκείνη κοφτά. "Έχω παλτό δεν θέλω άλλο" είπε ο Σαμπού και ξαναπήρε την Νάνα στα χέρια του. Αυτά τα χέρια κοπάνησε με δύναμη η γυναίκα αυτή για να τα ελευθερώσει από την αγκαλιά του ζώου. Και η Νάνα όρμησε με δύναμη πάνω της και της δάγκωσε το πρόσωπο. Η γυναίκα ούρλιαξε από τον πόνο και αίμα φάνηκε στα μάγουλά της. Οι φύλακες που είδανε τι έγινε βάλανε τις φωνές και βάλθηκαν να τρέχουν προς τα κει έξαλλοι. Αλλά δεν πρόλαβαν να φτάσουν. Γιατί εκείνη ακριβώς την στιγμή γκρεμίστηκε ο κόσμος.

Πρώτη φορά μετά από τις παλιές Καταστροφές, μια βόμβα έπεφτε τόσο κοντά στους ανθρώπους. Ο θόρυβος που έκανε πριν σκάσει και σκοτώσει τόσο άμαχο πληθυσμό ήταν οξύς και μακρύς. Αλλά και η Νάνα και ο Σαμπού ήτανε σίγουροι πως αυτήν την βόμβα την έριξε ο Θεός κι όχι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο για να μην χωριστούν. Η μελαχρινή κυρία έπεσε αναίσθητη, αλλά δεν ήταν η μόνη. Πολύς κόσμος γύρω τους είχε στα κράσπεδα λίμνες αίματος γύρω από τα μάτια και τα χείλη, ή πάνω στα μάγουλα, ανάμεσά τους και μεγάλοι και παιδιά. Σκυλί κανένα. Το μοναδικό σκυλί που έτρεχε στον κεντρικό δρόμο με ένα παιδί να το ακολουθεί ασθμαίνοντας ήταν η Νάνα. Κι ο Σαμπού που όταν άκουσε την δεύτερη και την τρίτη βόμβα να καταφθάνουν, άρπαξε τη σκυλίτσα του και βούτηξαν στο μικρό λασπωμένο κανάλι πλάι στον δρόμο. Έμειναν εκεί μέσα στις ζεστές από τους υπονόμους λάσπες και κρυμμένοι από τα ανοιχτά σημεία της πόλης πάνω από μια ώρα. Κι όταν το κακό σταμάτησε, ξεπρόβαλαν τα βρωμισμένα δύο μουσούδια τους και πήρανε ανάσα μέσα στους καπνούς. Μέχρι το βράδυ είχανε περπατήσει δέκα χιλιόμετρα, έξω από το Κάιρο πια, στις εξοχές. Όλα εκεί θα ήταν καλύτερα από αύριο. Γιατί η γιαγιά Ησαΐα που τους μάζεψε στο μικρό της σπίτι, νυχτιάτικα, κοίταξε ψηλά στον ουρανό και ξεστόμισε: "Θεέ μου, σε ευχαριστώ. Το πρωί μου πήρες τον Βάλι μου και το βράδυ μου τον έστειλες πίσω διπλό". Να πούμε πως η γιαγιά Ησαΐα ήτανε μια κυρία ογδόντα χρονών, τυφλή και μόνη μετά από τις πρώτες Καταστροφές. Ο Θεός της είχε αφήσει ζωντανό τον Βάλι, έναν γέρικο σκύλο που την βοηθούσε να περιπατάει στον δρόμο με το λευκό της μπαστούνι κι αυτό το κουρασμένο σκυλί δεν ήταν τυχερό στον πρωινό βομβαρδισμό. Η γιαγιά Ησαΐα, το βρήκε στην αυλή χτυπημένο και λίγο μετά ξεψύχησε στα χέρια της. Όταν ο Σαμπού με την Νάνα σχεδόν σωριάστηκαν από την κούραση μπροστά στην πόρτα της, η γυναίκα αυτή, πέταξε την απελπισία της σαν βόμβα στον κήπο της. Είναι τόσο ωραία η ζωή όταν αυτοί που είναι να συναντηθούν τα καταφέρνουν. Κι είναι σπουδαίο οι άνθρωποι, μέσα στις Καταστροφές, να αναγνωρίζουν τι θέλει ο Θεός γι' αυτούς και να το ακούνε. Η γιαγιά Ησαΐα έζησε μέχρι τα βαθιά της γεράματα στο μικρό εξοχικό σπίτι και πέθανε από φυσικά αίτια. Προστατευμένη μέσα στον κακό καιρό γιατί ο Σαμπού και η Νάνα έμειναν κοντά της. Ένα πρωί λίγο πριν τελειώσει ο πόλεμος πέρασε έξω από το σπίτι τους, ένας κουτσός και κοντοστάθηκε κοιτώντας την Νάνα. Μια σφαίρα θα τον είχε χτυπήσει στο πόδι. Η Νάνα αναγνώρισε αμέσως τον Πατρίκ μέσα από την αυλή αλλά έμεινε ασάλευτη. Κι εκείνος δεν ήταν σίγουρος. Ποτέ δεν ήταν. Αυτό.

Κι όταν ο πόλεμος τελείωσε και η μισή ανθρωπότητα προσπάθησε να μάθει από την άλλη μισή κάτι για να γίνει καλύτερη, τότε και μόνο τότε ο Θεός άφησε τον Σαμπού να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για τον κόσμο και να πορευτεί μοναχικός στο δικό του υπόλοιπο. Στα βόρεια μέρη που βρέθηκε, στην μέσα τσέπη του, σε ένα παλτό που σπάνια αποχωριζόταν, είχε πάντα, μια φωτογραφία που την θάμπωνε ο καιρός, από εκείνα τα όμορφα χρόνια, στην αυλή της γιαγιάς Ησαΐας, να στέκεται όρθιος, να κρατάει την Νάνα αγκαλιά και να γελάει. Ο πλανόδιος φωτογράφος που την τράβηξε είδε στα μάτια του μικρού αγοριού ένα αξιοζήλευτο Τώρα κι αυτό στην πραγματικότητα είχε αποθανατίσει, μέσα σε εκείνα τα άτυχα χρόνια, που μείνανε γνωστά στην Ιστορία ως οι Καταστροφές.

Thrassos Kaminakis



Όταν η άγνοια ουρλιάζει, η νοημοσύνη σιωπά.

 Ο γάιδαρος είπε στην τίγρη: "Το γρασίδι είναι γαλάζιο". Η τίγρης απάντησε: "Όχι, το γρασίδι είναι πράσινο". Η συζήτηση ...