Πόσα χελιδόνια πέταξαν πάνω απ' τα κεφάλια μας
χωρίς να σηκώσουμε το βλέμμα στον ουρανό;
Πόσα λουλούδια άνθισαν δίπλα μας
κι εμείς ανυποψίαστοι
συνεχίζαμε τη ρουτίνα μας;
Πόσα τραγούδια της άνοιξης ακούστηκαν
μα είχαμε κλειστά τα αυτιά μας;
Πόσα χρώματα άλλαξε ο ουρανός
όσο ήμασταν κλεισμένοι στον εαυτό μας;
Πόσα ταξίδια ματαιώσαμε;
Πόσους νέους κόσμους αρνηθήκαμε να γνωρίσουμε;
Πόση ζωή ξοδέψαμε μέχρι να μάθουμε να ζούμε;
Πόσα σπουδαία πράγματα προσπεράσαμε βιαστικά;
Πόσα θαύματα αρνηθήκαμε να ζήσουμε;
Σε πόσα όνειρα κλείσαμε την πόρτα;
Γιατί τους αφήσαμε να μας πείσουν
ότι ο χειμώνας θα κρατήσει για πάντα.
Κάπου, κάποτε διάβασα πως αν όλοι γινόμασταν οι άνθρωποι που οι σκύλοι μας νομίζουν πως είμαστε, ο κόσμος θα ήταν ένα καλύτερο μέρος. Γιατί απ’ όλα τα πλάσματα στη γη, ανιδιοτελώς ξέρουν να αγαπούν μόνο δύο, η μαμά σου κι ο σκύλος σου. Ξεπερνώντας την νομοτελειακή αγάπη που συνεπάγεται η μητρότητα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η σκυλίσια αφοσίωση και λατρεία δεν αποτυγχάνουν να συγκλονίζουν, ανεξαρτήτως κουλτούρας, εποχής και κοινωνικών συνθηκών.
Γιατί οι σκύλοι ξέρουν ν’ αγαπούν χωρίς επειδή. Αγαπούν παρ’ όλο. Δεν τους ενδιαφέρει αν είσαι χοντρός ή αδύνατος, φτωχός ή πλούσιος, ιδιοφυΐα ή ολοκληρωτικά ηλίθιος· αρκεί να είσαι εκεί, αρκεί να τους βάζεις λίγο νεράκι και λίγο φαγητό. Αλλά ακόμα κι αν τους ψιλοπαραμελείς εκείνοι πάλι σ’ αγαπούν. Η καρδιά τους, εκ διαμέτρου αντίθετη με οποιαδήποτε εκδικητική ανθρώπινη τάση, ξέρει πάντα να δίνει άλλοθι και να δικαιολογεί. Κάτι θα σου έτυχε μωρέ, δεν μπορεί να το έκανες από κακία.
Σ’ αγαπούν από την πρώτη στιγμή που τους πήρες αγκαλιά χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα, γιατί αυτό ξέρουν να κάνουν. Δε σε κρίνουν, δε σε παραμελούν, δε σε βασανίζουν. Ακόμα κι όταν τους αφήνεις πίσω, θαρρείς και ζουν για την επιστροφή σου. Κι όταν σε δουν να επιστρέφεις πηδάνε πάνω σου και σου κουνάνε την ουρά με τόση χαρά, λες και δεν τους πλήγωσε ποτέ η φυγή σου. Επειδή οι σκύλοι, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, αγαπάνε με την καρδιά, χωρίς καμία ρανίδα λογικής. Γνωρίζουν χωρίς να μάθουν.
Οι σκύλοι ξέρουν να επιμένουν. Ξέρουν πόσο σημαντικό είναι να σηκώνονται, όσο άτσαλο κι αν ήταν το στραπάτσο τους, όσα κουσούρια κι αν τους άφησε το χτύπημα. Άλλωστε μια ανθρώπινη μέρα ισούται με μια σκυλίσια εβδομάδα, γι’ αυτό και τα πλάσματα αυτά ξέρουν πως δεν έχουν χρόνο να κρατάνε πράγματα για τον εαυτό τους, ούτε τους παίρνει να τσιγκουνεύονται την αγάπη τους. Οι σκύλοι είναι πλάσματα γενναία και κυνηγούν όσα αγαπάνε χωρίς να θεωρούν τροχοπέδη τις διαστάσεις τους. Δεν έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους και το ξέρουν, γι’ αυτό τα βράδια τρέχουν να χουχουλιάσουν στην αγκαλιά σου χωρίς εγωισμό, όσο κι αν τους μάλωσες στη διάρκεια της ημέρας.
Ναι, αν οι άνθρωποι αγαπούσαμε όπως οι σκύλοι μας, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα ένα καλύτερο μέρος· θα απολαμβάναμε τις βόλτες, τον ήλιο και τον αέρα, θα ρουφούσαμε τη μαγεία τους και ποτέ δε θα υποτιμούσαμε την αξία του παιχνιδιού. Θα ήμασταν πιστοί, θα λαχταρούσαμε να φιλήσουμε τους ανθρώπους μας χωρίς να θεωρούμε στιγμή την παρουσία τους δεδομένη και όταν εκείνοι περνούσαν δύσκολα, θα σωπαίναμε και θα στεκόμασταν απλά δίπλα τους, γιατί θα ξέραμε πως δεν έχουν ανάγκη από έωλες συμβουλές, μα από ουσιαστικές παρουσίες.
Αν ξέραμε να αγαπάμε όπως εκείνοι, θα γνωρίζαμε πως η βία επιφέρει επιθετικότητα, η σκληρότητα φόβο κι ο έπαινος ανεξαρτησία. Δε θα αναλωνόμασταν σε παιχνίδια εξουσίας, μα θα καταλαβαίναμε πως οι άλλοι είναι παράγωγα του περιβάλλοντός τους και θα φερόμασταν αναλόγως, με τρυφερότητα κι αλληλοεκτίμηση. Θα χωνεύαμε επιτέλους πως κανένας δε γεννιέται κακός και πως τα όρια γεννάνε σεβασμό, αρκεί να περιβάλλουν τα πάντα, εκτός από την αγάπη.
Έτσι ν’ αγαπάς, χωρίς πολλά-πολλά. Να μην περιμένεις τίποτα, να μη ρωτάς γιατί. Δε σου εγγυώμαι πως θα γίνεις ευτυχισμένος, ούτε πως η αγάπη σου θα εκτιμηθεί. Σου εγγυώμαι όμως πως θα νιώσεις το μεγαλείο του να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Να αισθάνεσαι τον άλλον και να τον βοηθάς να γλείψει τις πληγές του. Να τον οδηγείς για να περπατήσει όταν δεν βλέπει και να του δίνεις δύναμη χωρίς να μιλάς. Να είσαι σκύλος, όχι σκυλάκι.
Αν πάλι δεν έχεις τη δύναμη ν’ αγαπάς σαν σκύλος (ποιος είπε πως είναι εύκολο;), σου εύχομαι να σε αγαπήσει κάποιος άνθρωπος από αυτούς· κι αν έχεις την τύχη να ζήσεις τέτοια ευλογία, έχε τουλάχιστον τη δύναμη να την αντέξεις και να αφήνεσαι, καθώς το πλάσμα αυτό φέρει μέσα του τη θεϊκή δύναμη να σε κάνει να χαμογελάς, να σε ελαφραίνει και να σου δανείζει την καρδιά του κάθε που ο κόσμος κάνει κομμάτια τη δική σου. Να εκτιμάς πόσο του λείπεις το πρωί, ακόμα κι αν πέρασε ολόκληρο το βράδυ στο πλευρό σου και να μη τσιγκουνεύεσαι τα χάδια σου και την αγκαλιά σου. Άλλωστε αυτά μόνο ζητάει από σένα. Να νιώθεις, γιατί διαφορετικά ο «σκύλος» μπορεί να μη σου θυμώσει, αλλά όταν τον χάσεις ο εαυτός σου δε θα σου το συγχωρήσει ποτέ.
Ν’ αγαπάς σαν σκύλος κι ένα πράγμα να θυμάσαι. Πως η μόνη επικίνδυνη ράτσα είναι,,,
Κράτα γερά!
Πέτα ψηλά!
Δέσε την Άνοιξη στην ουρά του χαρταετού,
ανέβασε την ψηλά στον ουρανό,
είναι η δική σου άνοιξη…
Στη μια άκρη εσύ…
Στην άλλη τα όνειρά σου.
Ανέβασε τα όνειρά σου ψηλά στον ουρανό.
Στείλε στον ουρανό τον πόνο, την πίκρα, τα δάκρυα και τους λυγμούς.
Στείλε μακριά όλους τους καημούς και την προδοσία.
Διώξε κάθε πόνο και λύπη μακριά.
Άσε τις ελπίδες σου να ταξιδέψουν στα σύννεφα.
Πέτα ψηλά!
Πολύ ψηλά!
Πόσο μικρός είναι ο κόσμος από ψηλά!
Πόσο μεγάλος είσαι εσύ…
Κράτα το νήμα.
Πρόσεχε να μην κοπεί…
Κράτα γερά,
πέτα ψηλά.
Μεταμόρφωσε την πίκρα και τον πόνο σε βροχή.
Και αμέσως μετά, γύρισε πάλι τη βροχή πίσω στη γόνιμη γη.
Εκεί θα φυτρώσει ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο…
Η Ε Λ Π Ι Δ Α…
Είναι ένα τραγούδι που πολλοί απ’ όσους το άκουσαν το ερωτεύτηκαν ίσως περισσότερο κι απ’ τον άνθρωπο που του το αφιέρωσαν. Η μυσταγωγία της μελωδίας, η αισθαντικότητα των φωνών, η αναγλυφότητα των συναισθημάτων, ο κραδασμός των αισθήσεων, σε ταξιδεύουν τόσο μακριά απ’ τη λογική, τόσο βαθιά στο κέντρο του σύμπαντος της ανθρώπινης «ολότητας», αυτής της αίσθησης του αέναου, του ανέπαφου, του αμόλυντου, του αθάνατου, που σου υπόσχεται ο έρωτας, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε ούτε θα ανακαλύψει, δεν γεύτηκε ούτε θα γευτεί, δεν ρίγησε ούτε θα ριγήσει, δεν διαλύθηκε ούτε θα διαλυθεί για τον έρωτα όπως εσύ.
Πως κανείς δεν ένιωσε αυτό το απόκοσμο χάδι, που άλλοτε μοιάζει ουρανός άλλοτε ανάσα της αβύσσου, άλλοτε φωτιά των αισθήσεων άλλοτε σκίρτημα θανάτου, τόσο έντονα όσο εσύ, τόσο έντονα όπως αυτό το τραγούδι σε κάνει να νιώθεις στο πετσί σου καθώς ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε έρωτας, κάθε οργασμός των αισθήσεων, είναι ένας μικρός θάνατος – και γι’ αυτό άλλωστε ο έρωτας αυτή η «ανδρόγυνος» οντότητα είναι η μόνη εν ζωή αθανασία, ο μόνος μάγος που μπορεί πάντα με το ίδιο, με αυτό το ένα και μοναδικό του ξόρκι, να νικάει το φθαρτό.
Και γι’ αυτό ο έρωτας κι ο θάνατος που ξεχειλίζουν από τούτο το απόκοσμης ομορφιάς τραγούδι σε συνεπαίρνουν αμέσως, ρίχνοντάς σε στην αγκαλιά αυτού του παντοτινού ταγκό, του ρυθμού που αναδύθηκε από τα μπορντέλα της Αργεντινής για να κατακτήσει, να αλώσει ολοκληρωτικά, το σώμα της Δύσης.
Όμως σε τούτο το τραγούδι του έρωτα, ο θάνατος είναι πολύ πιο παρών, πιο εφιαλτικά αδυσώπητος, απ’ ό,τι θα φανταζόταν ποτέ κανείς… Η ψυχρή του ανάσα είναι διάχυτη παντού. Η αλήθεια του παγώνει το καυτό φιλί των εραστών, αφυδατώνει την υγρασία των αισθήσεων, επισκιάζει τα χρώματα του πάθους παύει την πανδαισία των αγγιγμάτων.
Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένα τραγούδι γραμμένο για εραστές όπως νομίζουν όσοι ριγούν στο άκουσμά του…
Το τραγούδι αυτό είναι κυριολεκτικά, ένα ξόρκι θανάτου. Ένα αληθινό αντίδοτο αγωνίας στο δηλητήριο της κτηνωδίας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ένα βάλσαμο ανάμνησης στο μαρτύριο της φρίκης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι, όλοι εκείνοι που εξοντώθηκαν στα κρεματόρια του ναζισμού.
Είναι ένα τραγούδι γεμάτο επιθανάτιες κραυγές ενός παράλογου μαρτυρίου, στοιχειωμένο από το κλάμα των παιδιών, από τη κραυγή των σημαδεμένων, από τον ψίθυρο των σκελετωμένων που δεν είχαν πια φωνή, από το ανατριχιαστικό σύρσιμο των νεκροζώντανων που περίμεναν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μέσα στην εξαθλίωση, την αγωνία, το μαρτύριο, το τέλος τους.
Είναι ποτισμένο από εκείνη τη φρικτή μυρωδιά της καμμένης σάρκας, από τον παραλογισμό του ναζισμού –του ναζισμού που αναβιώνει σήμερα, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι σαν φάρσα πια αλλά σαν θέατρο του παραλόγου.
Αυτό το τραγούδι είναι η φρίκη της απαίτησης να παίζουν μουσική, οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι, στους διαδρόμους των στρατοπέδων, την ώρα που οι άλλοι περνούσαν μπροστά τους στην ουρά του Άουσβιτς, του Νταχάου, πηγαίνοντας από την ουρά της φρίκης, να θανατωθούν και να καούν στα κρεματόρια. Είναι όλα τα τελευταία βλέμματα που κοίταξαν τον κάθε Εβραίο μουσικό και το «φλεγόμενο βιολί» του, με την ιστορία ζωής, πόνου, που κουβαλούσε το καθένα απ’ αυτά, την ώρα που εκείνοι βάδιζαν προς το θάνατο, και την ίδια ώρα που ο συγκρατούμενός τους μουσικός υποχρεωνόταν από τους ναζί να παίζει κλασική μουσική στους διαδρόμους αυτής της γήινης κόλασης.
Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένας χορός ως το τέλος της αγάπης, αλλά ένας χορός ως το τέλος της ύπαρξης, που εφορμώντας από τη γενεσιουργό πηγή του πάθους για τη ζωή, μπορεί εντέλει να αγκαλιάζει σφιχτά συμπαρασύροντας ως το θάνατο ακόμα και την ίδια την αγάπη. Γι’ αυτό ενώ είναι ένα τραγούδι που γεννήθηκε από το θάνατο, μπορεί να αγκαλιάζει, να δονεί τον έρωτα και τη ζωή…
Γιατί, σύμφωνα με το δημιουργό του Leonard Cohen όπως διηγήθηκε κάποτε χαρακτηριστικά γι’ αυτό «Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης.
Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα. Και υποχρεώνονταν να παίζουν κλασική μουσική,την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το “χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί” εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση. Όμως αυτή είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την απόλυτη παράδοση στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη μας, έτσι ώστε σ’ ένα τραγούδι να μην είναι σημαντικό εντέλει να γνωρίζει κανείς την απαρχή της γένεσής του, γιατί εάν και η ίδια η γλώσσα προέρχεται απ’ αυτή την γενεσιουργό πηγή πάθους, μπορεί να αγκαλιάσει οποιαδήποτε παθιασμένη ενέργεια».