Για τον Άνθρωπο τίποτα δεν είναι δεδομένο ούτε η δύναμή του, ούτε η αδυναμία του, ούτε η καρδιά του όταν νομίζει ότι ανοίγει την αγκαλιά του η σκιά της σχηματίζει σταυρό, όταν πιστεύει πως σφίγγει την ευτυχία του την συντρίβει, η ζωή του παράξενος και πονεμένος διχασμός Η ζωή του... Μοιάζει σε στρατιώτες με στολές Μα δίχως όπλα, για έναν άγνωστο σκοπό ταγμένους. Τι κι αν τους έβρεις το πρωί ετοιμασμένους, Αυτούς, οπού το βράδυ θα τους δεις αβέβαιους, νικημένους; Πείτε μονάχα: η ζωή μου! Και βαστήχτε των δακρύων σας τις πηγές... Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη. Ωραία μου αγάπη, καλή μου αγάπη, οδύνη και πλάνη, Μαζί μου σ'έχω, μέσα μου, σαν πουλί πληγωμένο· Κι όλοι γύρω μάς βλέπουν μ'ένα βλέμμα χαμένο, Ξαναλέγοντας, πίσω μου, κάθε λόγο που είχα πλεγμένο Στα μεγάλα τα μάτια σου -κι έχει τώρα πεθάνει... Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη. Ο καιρός να μάθουμε να ζούμε έχει διαβεί... Κλαίνε στην ένωσή τους οι καρδιές μας κάθε βράδι, Για το σπαθί της δυστυχίας που της χαράς το υφάδι Κόβει, για τις λύπες που πληρώνουν ένα χάδι, Τα όσα δάκρυα για μια κιθάρας πνοή. Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη. "Δεν υπάρχει αγάπη, σαν κισσός στον πόνο να μη στρέφεται, Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε πεθαίνει, Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε μαραίνει, Και της πατρίδας όχι πιότερο η αγάπη η βλογημένη Δεν υπάρχει αγάπη που απ' το κλάμα να μη θρέφεται. Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη." Κι όμως, μ' αγάπη εμείς οι δυο είμαστε δεμένοι!
Μια από τις ιστορίες του Λέων Τολστόι, είναι μικρή ιστορία αυτή έχει τον τίτλο «Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;» Η ιστορία μιλάει για έναν αγρότη, τον Παχόμ που ο ίδιος απόκτησε περιουσία και τα υπάρχοντα του τα πολλά, άναψαν μέσα του μια επιθυμία να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.
Μια και δυο λοιπόν ο Παχόμ ξεκίνησε, ταξίδεψε και έφτασε σε εκείνη την μακρινή γη. Το έδαφος ήταν παρθένο και απαλό σαν την παλάμη του ανθρώπου και μαύρη όπως ο σπόρος της παπαρούνας, και το χορτάρι έφτανε ψηλά ως το στήθος.
«Και ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Παχόμ.
«Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα» του απάντησαν
Ο Παχόμ δεν καταλάβαινε.
«Την ημέρα; Τι είδους τιμή είναι αυτή; Πόση έκταση είναι αυτό;»
«Δεν ξέρουμε να το υπολογίσουμε» είπε ο αρχηγός τους.
«Το πουλάμε με την ημέρα. Όσο μπορείς να περπατήσεις σε μια μέρα, όσο σε πηγαίνουν τα πόδια σου και αντέχεις για μια μέρα να πηγαίνεις, είναι δικό σου, και η τιμή είναι πάντα χίλια ρούβλια.»
Ο Παχόμ έχασε τη μιλιά του από την έκπληξη.
«Ναι,» είπε, «αλλά σε μια μέρα μπορώ να προλάβω να περπατήσω και να καλύψω ένα τεράστιο μέρος από γη.»
Ο αρχηγός τους γέλασε.
«Θα είναι όλο δικό σου!» του είπε. «Αλλά υπάρχει ένας όρος. Θα πρέπει την ίδια μέρα να επιστρέψεις στο μέρος από το οποίο ξεκίνησες. Αν δεν επιστρέψεις στο μέρος από όπου ξεκίνησες, τα λεφτά σου είναι χαμένα».
Εκείνο το βράδυ ο Παχόμ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όμως πριν χαράξει αποκοιμήθηκε και άρχισε να ονειρεύεται. Ονειρευόταν πως ήταν σε μια δικιά του σκηνή και πως άκουσε να γελούν απ' έξω. Τόλμησε και βγήκε έξω και είδε τον αρχηγό των Μπασκίρς να κάθεται έξω από την σκηνή και να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια και να κυλίεται γύρω-γύρω γελώντας. Καθώς πλησίασε πιο κοντά κατάλαβε πως δεν ήταν ο αρχηγός των Μπασκίρ αλλά εκείνος ο πλανόδιος έμπορος που είχε συναντήσει στην δική του γη, και σαν είδε ακόμη πιο καλά κατάλαβε πως ήταν ο αγρότης που είχε βρει, που είχε έρθει πάνω από τον Βόλγα. Αλλά τελικά δεν ήταν ούτε αυτός, ήταν ο διάβολος ο ίδιος με κέρατα και πόδια ζώου, με οπλές που τα κτυπούσε κάτω ελαφρά. Μπροστά από τον διάβολο ήταν ξαπλωμένος ένας ξυπόλυτος άνδρας που φορούσε μόνο παντελόνι και πουκάμισο.
Και καθώς ονειρευόταν ο Παχόμ, πήγε πιο κοντά να δει τι άνθρωπος ήταν αυτός, και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός και πως ήταν ... ο εαυτός του!
Τρομοκρατημένος ο Παχόμ πετάχτηκε επάνω. «Τι μπορεί να ονειρεύεται ο άνθρωπος!» σκέφτηκε.
Ο Παχόμ έφτασε στην πεδιάδα εκείνη που είχαν συμφωνήσει καθώς ο ουρανός άρχιζε να κοκκινίζει. Έβαλε τα χίλια ρούβλια στο γούνινο καπέλο του αρχηγού που το είχε βάλει στο χώμα, και ξεκίνησε. Το βήμα του δεν ήταν ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Όσο όμως περπατούσε στην γη έκανε πιο μεγάλα βήματα γιατί η γη σε κάθε βήμα που έκανε φαίνονταν και πιο ωραία. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβει μέσα ένα πολύ ωραίο λιβάδι, πήγε πολύ μακριά πριν να βάλει το σημάδι που είχε μαζί του, και να αρχίσει να γυρίζει πίσω. Έτσι κύλησε η μέρα και τώρα βιαζόταν και περπατούσε πραγματικά γρήγορα κάτω από τον καυτό ήλιο που όμως είχε αρχίσει να δύει.
Κατακουρασμένος αφού έκανε κύκλο τέτοια μεγάλη έκταση ο Παχόμ γύριζε πίσω στο λοφάκι από όπου είχε ξεκινήσει περπατώντας με δυσκολία, σέρνοντας τα πόδια του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν των παλιών σιδεράδων το φυσερό, η καρδιά του χτυπούσε σαν σφυρί, τα πόδια του άρχιζαν σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπουν. Σε λίγο έβλεπε ο Παχόμ τον λόφο και τους Μπασκίρς να του φωνάζουν.
Και ο Τολστόι κλείνει την ιστορία:
«Ο Παχόμ κοίταξε τον ήλιο που είχε αγγίξει την γη. Η μια πλευρά του είχε ήδη χαθεί. Με όση δύναμη του απέμενε βιάστηκε τόσο πολύ που έγερνε το κορμί του μπρος τα εμπρός ίσα-ίσα που τα πόδια του ακολουθούσαν ώστε να μην πέσει. Με το που άγγιξε τον λοφίσκο ξαφνικά σκοτείνιασε. Κοίταξε ψηλά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει! Φώναξε με αγωνία: «όλος μου ο κόπος πήγε χαμένος,» και ενώ σκεφτόταν να σταματήσει άκουσε τους Μπασκίρς να του φωνάζουν και θυμήθηκε πως αν και για αυτόν που ήταν χαμηλά ο ήλιος είχε δύσει, για αυτούς όμως που ήταν στην κορυφή ο ήλιος ακόμη φαινόταν. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανέβηκε πάνω στον λόφο. Εκεί ήταν ακόμη φως.
Και καθώς έφτασε στην κορυφή είδε τον σκούφο. Δίπλα από αυτόν καθόταν ο αρχηγός γελώντας και έχοντας τα χέρια στη μέση του. Πάλι ο Παχόμ θυμήθηκε το όνειρό του και έβγαλε μια κραυγή. Τα πόδια του τον εγκατέλειψαν, έπεσε μπροστά και άρπαξε το καπέλο (με τα ρούβλια) στα χέρια του ...-πέθανε από την υπερβολική προσπάθεια.
Ο υπηρέτης του σήκωσε μια αξίνα και έσκαψε ένα λάκκο μακρύ αρκετά για να χωράει τον Παχόμ και τον έθαψε εκεί. Έξι πόδια, όσο από το κεφάλι στις πατούσες του, τόσο του έλειπε για να φτάσει στον στόχο του.»
Στ' απόβραδα του κόσμου υπάρχουν άνθρωποι που φυλαγμένο κρατούν ένα κερί, ξέροντας πως το αντιφέγγισμά του γλυκά απαλύνει τα στοιχειά κι η μοναξιά δεν είναι πια απέραντη. Ανάβουνε φωτιές, λεν ιστορίες κάτω απ το στοργικό του φεγγαριού χαμόγελο, κοιτούν ψηλά, επινοούν ελπίδα. Κι έτσι υπάρχει κάπου, κάποιος που έχει ένα σχέδιο, που τους προσέχει κι ο κόσμος δεν είναι όσο άδειος μοιάζει. Στ' απόβραδα της πίστης πόνοι και θλίψεις βγάζουν την ευτυχία που φορούν ολημερίς για μάσκα, κάθονται δίπλα δίπλα με μάτια γυάλινα στη μέση οικείων ερήμων, ζευγάρια ξαπλώνουνε μαζί κι όμως απέραντα μακριά ο ένας απ τον άλλον -νησιά ερημωμένα σε στερεμένες θάλασσες, κορμιά κινούμενα σ' αμετακίνητες ζωές. Στ' απόβραδα του φόβου της έγνοιας -μα όχι της επιθυμίας- άνθρωποι, αθόρυβα, ρουφάν, ολονυχτίς, το μαύρο, εκπνέοντάς το ασθμαίνοντας την άλλη μέρα. Και στης σιωπής τ' απόβραδα, άλλοι εξαγοράζουνε τον ανονείρευτό τους λήθαργο με κάποιο χάπι, και άλλοι άγρυπνοι επίμονα φυλάν τα Όνειρά τους απ τη λήθη.
Στις 29 Αυγούστου 1944 ο Αττίκ σκοντάφτει πάνω σε έναν Γερμανό στρατιώτη, ο οποίος θυμωμένος γρονθοκοπεί άγρια τον βραχύσωμο άνδρα. Μην αντέχοντας τις κακουχίες της Κατοχής και τη φρίκη των Ναζί, έχοντας ήδη πέσει σε κατάθλιψη και όντας μία σκιά του εαυτού του, το βράδυ εκείνο παίρνει μεγαλύτερη ποσότητα από τα ηρεμιστικά βερονάλ που τον βοηθούσαν κάθε νύχτα να κοιμηθεί και «φεύγει» από τη ζωή. Ήταν 59 χρονών.
Ο Κλέων Τριανταφύλλου, συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής των τραγουδιών του, ο τρυφερός Αττίκ, ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού στις αρχές του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στην Αίγυπτο στις 19 Μαρτίου 1885.
Ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου, ήταν πλούσιος βαμβακοπαραγωγός και έμπορος της Αιγύπτου με καταγωγή από το Βόλο.
Η γλωσσομαθής και καλλιεργημένη μητέρα του, Εριθέλγη, ήταν κόρη του του ριζοσπάστη βουλευτή από τα Κύθηρα Δημητρίου Ραπτάκη.
Ο Κλέων μεγαλώνει σε ένα αστικό περιβάλλον, μαθαίνει πιάνο και φλάουτο και έρχεται σε επαφή με τις τέχνες.
Όμως, ο πατέρας του πεθαίνει το 1893, όταν ο Αττίκ είναι οκτώ χρονών και η οικογένεια Τριανταφύλλου εγκαταλείπει τα επόμενα χρόνια την Αίγυπτο για να εγκατασταθεί στην Αθήνα.
Το 1907 φθάνει μαζί με τον αδελφό του στο Παρίσι, για να σπουδάσει Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες -ως συνέχεια των σπουδών του στη Νομική σχολή Αθηνών- όμως σύντομα, αποφασίζει να στραφεί στη μουσική. Εγγράφεται στο Conservatoire de Paris, όπου θα έχει καθηγητές τον Gabriel Faurι, τον Camille Saint-Saλns και τον Ιmile Pessard.
Στο Παρίσι θα εκδόσει περί τις 300 συνθέσεις -τραγούδια, οπερέτες, μουσική για πιάνο, για μπαλέτο- και θα γίνει ιδιαίτερα γνωστός. Ενώ η φήμη του εξαπλώνεται, η οικογένειά του βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομικά προβλήματα. Εκτός αυτού, η αδελφή του Νόρα ασθενεί και ο Αττίκ επιστρέφει στην Αθήνα.
Η Μάντρα του Αττίκ
Στην Αθήνα συνεχίζει τη δημιουργική πορεία του και το καλοκαίρι του 1931 δημιουργεί την περίφημη «Μάντρα του Αττίκ», τον μουσικό θίασο που στην αρχή στεγαζόταν επί της οδού Μηθύμνης στην τότε Πλατεία Αγάμων, σημερινή πλατεία Αμερικής. Η Μάντρα του Αττίκ κάθε καλοκαίρι έδινε παραστάσεις στην Αθήνα και το χειμώνα περιόδευε στην περιφέρεια μέχρι το 1938 οπότε και απέκτησε μόνιμη έδρα σε μια αθηναϊκή ταβέρνα, την «Μονμάρτη», στη διασταύρωση των οδών Αχαρνών και Ηπείρου, η λειτουργία της οποίας εξακολούθησε μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.
Πολλοί καλλιτέχνες της εποχής όφειλαν την ανάδειξή τους στη Μάντρα του Αττίκ, όπως οι τραγουδίστριες Λουίζα Ποζέλι, Ζωή Νάχη, Καλή Καλό, Δανάη, Κάκια Μένδρη, Ντιριντάουα, Λέλα Μιτσούκο ...
Σύμφωνα με αρχεία της Ελληνικής Χωροφυλακής, στις 25 Ιουλίου του 1935 «υπό την αναμόχλευση πολιτικών παθών», ομάδα ροπαλοφόρων και σμηνιτών εισβάλλουν στη Μάντρα του Αττίκ κάνοντας τα γυαλιά - καρφιά, τραυματίζοντας θαμώνες και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και τον ίδιον τον Αττίκ στο κεφάλι. Αφορμή ήταν μια σάτιρα κατά του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη. Λίγες ημέρες μετά ακολούθησαν παρόμοιες επιδρομές και σε γραφεία εφημερίδων.
Στο ερώτημα «τί ήταν η Μάντρα;» ο Αττίκ είχε απαντήσει στη Δανάη:
«Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά και αρκετή πρωτοπορία. Ένα ξύλινο παράπηγμα-σκηνή, ύψους 6-7 μέτρων και δίπλα η αυλόπορτα είσοδος. Στο δρόμο η πρόσοψη παριστάνει ένα φτωχικό διώροφο σπιτάκι με ζωγραφισμένα πορτοπαράθυρα. 'Ενα αληθινό παράθυρο στο ισόγειο που στην πραγματικότητα ήταν το ταμείο και μια αληθινή μπαλκονόπορτα με μπαλκόνι στο δεύτερο πάτωμα. Στην είσοδο γλάστρες με φυτεμένα ... μακαρόνια. Στην πόρτα ψηλά ένα κλουβί με μια σαρδέλα αντί πουλιού, μαρτυρούσε την εκ μητρός καταγωγή μου και μην ξεχνάτε ότι οι Τσιριγώτες έβαλαν την σαρδέλα στο κλουβί να τραγουδήσει ...»
Η περίφημη Μάντρα «έσβησε» μαζί με τον δημιουργό της, το 1944.
Τρεις γάμοι και «Ζητάτε να σας πω»
Ο Αττίκ, παντρεύτηκε τρεις φορές. Η πρώτη του γυναίκα η Μαρί - Ελέν, με την οποία παντρεύτηκε το 1909, πέθανε έξι μήνες μετά τον θάνατο του μοναδικού παιδιού τους σε ηλικία ενός έτους, μην αντέχοντας το βάρος της απώλειας.
Στη συνέχεια, ο Αττίκ συνδέθηκε και παντρεύτηκε με την ηθοποιό, ποιήτρια και εκδότρια του περιοδικού«Νέος Παρθενών», Μαρίκα Φιλιππίδου, που ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής του.
Το 1914 η Φιλιππίδου χωρίζει τον Αττίκ για να παντρευτεί τον πατέρα της Μελίνας Μερκούρη, Σταμάτη Μερκούρη.
Ωστόσο, ένα επεισόδιο και κυρίως, το τραγούδι που ταυτίστηκε μαζί του, έμελε να μείνουν στην ιστορία.
Λίγο μετά τον χωρισμό τους, η Μαρίκα πηγαίνει στη «Μάντρα» συνοδευόμενη από το νέο σύζυγό της. Οι θαμώνες αντιλαμβανόμενοι τον ερχομό της και προκειμένου να πειράξουν τον Αττίκ, του ζητούν φωνάζοντας ρυθμικά να πει το βαλσάκι «Είδα μάτια» (τραγούδι που είχε γράψει για την Μαρίκα).
Εκείνος, αντικρίζοντας στις πρώτες θέσεις την πρώην γυναίκα του και μη μπορώντας να αντέξει την συναισθηματική φόρτιση, αποσύρεται στο καμαρίνι του. Δέκα λεπτά μετά, επιστρέφει στο πιάνο του και ερμηνεύσει το τραγούδι - απάντηση στο κοινό, που δεν ήταν άλλο, από το «Ζητάτε να σας πω». Ακούγοντας το η Μαρίκα αποχωρεί με δάκρυα στα μάτια. Το τραγούδι όχι μόνο έγινε τεράστιο σουξέ της εποχής, αλλά άντεξε στον χρόνο, γνωρίζοντας συνεχώς επανεκτελέσεις.
Ο Αττίκ έκανε και τρίτο γάμο, με τη Ρωσίδα χορεύτρια Σούρα, με την οποία και έζησε μέχρι τον θάνατό του.
Το τραγούδι του «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες», ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα του συνθέτη, γράφτηκε όταν η Σούρα αρρώστησε από τύφο και κινδύνεψε σοβαρά.
Λέγεται μάλιστα ότι, ο Αττίκ ήταν τόσο θλιμμένος ώστε άρχισε να γράφει το τραγούδι, όμως δεν μπορούσε να το ολοκληρώσει, επειδή δεν έβρισκε την κατάλληλη λέξη που να ταιριάζει σε μια στροφή του ρεφρέν...
Ένα βράδυ σε μια από τις παραστάσεις, ο Αττίκ, που συνήθιζε να συνομιλεί με το κοινό, σιγοψιθύρισε το τραγούδι παίζοντάς το στο πιάνο και όταν έφτασε στο «μαραμένα τα γιούλια και οι ...» απευθύνθηκε στο κοινό και εξήγησε ότι προσπαθεί μάταια να βρει το κατάλληλο λουλούδι για να ταιριάξει στον στίχο, που να είναι δισύλλαβο και στον πληθυντικό. Οι ψίθυροι του κόσμου πλημμύρισαν τότε το θέατρο, μέχρι που κάποια στιγμή ακούστηκε μια φωνή: «και οι βιόλες και οι βιόλες».
Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1935 με τη φωνή της Κάκιας Μένδρη. Αργότερα το τραγούδησαν η Ελίζα Μαρέλη και η Δανάση Στρατηγοπούλου.
Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, ο Αττίκ πρωταγωνίστησε στη μουσική, δραματική ταινία «Χειροκροτήματα» (1944) του Γιώργου Τζαβέλλα, η υπόθεση της οποίας παρουσιάζει ομοιότητα με την πραγματική ζωή του πρωταγωνιστή. Στην ταινία αυτή ο Αττίκ, κουρασμένος από την Κατοχή και μελοδραματικός, ελάχιστα θύμιζε τον δυναμικό, ευφυή, παιχνιδιάρη δημιουργό της «Μάντρας».
Η Δανάη για τον Αττίκ
Η τραγουδίστρια Δανάη Στρατηγοπούλου, που είχε γίνει διάσημη από τις ερμηνείες της στα τραγούδια του Αττίκ και είχε εμφανισθεί μαζί του στη «Μάντρα» είχε γράψει στο βιβλίο της με τίτλο «Αττίκ» (εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986):
«Ηταν ευπατρίδης. Τον κατηγόρησαν για άστατο με το άλλο φύλο. Μα δεν ήταν επιπόλαια άστατος. Δεν ήταν ακριβώς άστατος. Ηταν ένα είδος Νέρωνα που θα ήθελε να ήταν όλες οι γυναίκες μία και μόνο, για να τους δώσει ή να τους πάρει - το ίδιο κάνει - την καρδιά. Ακατάλληλος για σύζυγος, ήταν ο ιδανικός εραστής (...). Ενας 'τέλειος ιππότης στον καιρό μας (...)'... Τρεις γυναίκες παντρεύτηκε ο Αττίκ. Και οι τρεις πανέμορφες. Και οι τρεις φτωχές. Μιας όμως η ομορφιά τραγουδήθηκε, όπως καμίας άλλης Ελληνίδας: Της δεύτερης, της μελαχρινής γαλανομάτας Μαρίκας Φιλιππίδη, αδερφής του πρωταγωνιστή της οπερέτας Μάνου Φιλιππίδη».